Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΙΑΚΑΣ : αυτός που τίμησε τ’ άρματά του!


Ο Θανάσης Τσιάκας (ή Τσάκας) ήταν ένας από εκείνους τους περήφανους και απροσκύνητους αγωνιστές που ποτέ δεν έγιναν «διάσημοι» μέσα από τα… συνήθη λαμπερά αφιερώματα που συναντάμε στη λεγόμενη επίσημη βιβλιογραφία. Ξεχασμένος παρέμεινε ο Τσιάκας, ίσως γιατί η σεμνότητα και η μνημειώδης ανιδιοτέλεια του Αγραφιώτη μαχητή της επανάστασης δεν «έπρεπε» μήτε «βόλευε» ν’ αποτελέσει παράδειγμα προς μίμηση στους πονηρούς και σίγουρα ωφελιμιστικούς καιρούς που ακολούθησαν! Πολύ λίγα γνωρίζουμε γι’ αυτόν αφού οι όποιες αναφορές και ενθυμήματα είναι ελάχιστα, σαν το λιγοστό μα ακριβό νεράκι που κυλά μέσα από τη σχισμή του βράχου…

Ο Θανάσης Τσιάκας πρωτάνοιξε τα μάτια του στο χωριό Μοναστηράκι των θρυλικών Αγράφων. Ακριβή χρονολογία γέννησης δεν γνωρίζουμε, αλλά οι περισσότερες πληροφορίες συγκλίνουν προς το τέλος της έβδομης δεκαετίας του 18ου αιώνα. Κατάγονταν από σαρακατσανέικη φύτρα και νωρίς-νωρίς, νέο παλικαρόπουλο, βγήκε στο κλαρί. Η βαθιά απέχθειά του στην καταπίεση της εξουσίας της συνασπισμένης τυραννίας του Αλή πασά και των κοτζαμπάσηδων, τον έσπρωξε στο Κλέφτικο. Στους περήφανους επαναστάτες της εποχής, αυτούς που ο Μακρυγιάννης αποκάλεσε «μαγιά της λευτεριάς, όπου την βάστηξαν ξυπόλητοι και γυμνοί τόσους αιώνες εις τα βουνά και ερημιές να μη χαθή, και σκότωναν οι τύραγνοι και οι Τουρκοκοτζαμπασήδες έναν από αυτούς και γένονταν δέκα….»! Ο Τσιάκας μπήκε στον Κατσαντωνέικο νταϊφά μαζί με άλλα ανυπόταχτα παλικάρια της γενιάς του (Τσιόγκα, Φραγγίστα, Βρυκόλακα, Τσιάκαλο, Λεπενιωτάκη, Τσέλιο, Συρεπίσιο, Καραγιαννάκη, Σουλιώτη κλπ). Οι περισσότεροι από αυτούς, μαζί κι ο Κατσαντώνης, θήτευσαν αρχικά στο ασκέρι του Αγραφιώτη πρωτοκλέφτη Βασίλη Δίπλα προτού αυτός παραχωρήσει σε ένδειξη θαυμασμού την αρχηγία στον ξακουστό Κατσαντώνη! Με τους «Κατσαντωναίους» ανδρώθηκε λοιπόν ο Τσιάκας και αποτέλεσε έναν από τους πιο σκληροτράχηλους και ατρόμητους μαχητές. «Θεριακωμένο κλέφτη» τον αποκαλεί ο Κασομούλης! Γιγαντόσωμος και δυνατός σαν ταύρος, ο Τσιάκας, διακρίθηκε σε όλες ανεξαιρέτως τις συγκρούσεις κόντρα στα αληπασαλίδικα στρατεύματα και έγινε ένα από τα πιο αγαπημένα πρωτοπαλίκαρα του ασυμβίβαστου επαναστάτη των Αγράφων του μεγάλου Κατσαντώνη! Στις μάχες σκόρπιζε το φόβο αλλά συνάμα και το θαυμασμό τόσο με το τρομερό παρουσιαστικό του όσο και με την «αποκοτιά» του να βγαίνει πάντα πρώτος μπροστά και να χυμάει ακάλυπτος καταπάνω στον εχθρό ανεμίζοντας τη σπάθα του! Παρά όμως τον παρορμητικό χαρακτήρα του διέθετε σπουδαία στρατηγικά χαρίσματα. Είχε «μυαλό κοπίδι» και «μάτι αετίσιο», διάβαζε τις προθέσεις του αντιπάλου και ήταν μαέστρος στον αιφνιδιασμό! Εκτός των μαχών ήταν η ψυχή του νταϊφά, χωρατατζής μα και στοργικός σαν πατέρας απέναντι στους συμμαχητές του. Ζύγιζε την κουβέντα του κι είχε λόγο και μπέσα. Λεβέντης από τους λίγους ο Τσιάκας!


Όταν στα 1804 ο -νεαρός τότε- Καραϊσκάκης ζήτησε να ενταχθεί στο Κατσαντωνέικο, ο αρχηγός Κατσαντώνης τον καλοδέχτηκε κοντά του θέτοντάς τον υπό την επιστασία του Τσιάκα και του Τσιόγκα. Μάλιστα στην πρώτη ένοπλη σύγκρουση που πήρε μέρος ο Καραϊσκάκης, αντάμα με τους Κατσαντωναίους, έτρεμε από ανησυχία και φόβο λόγω της πρωτοφανούς αγριότητας που επικρατούσε στο πεδίο της μάχης. Τότε ο Τσιάκας τον πλησίασε και δίνοντάς του έναν κατακέφαλο του ‘πε χαριτολογώντας: «σκιάζεσαι ωρέ παλιόγυφτε;» (η προσφώνηση εξαιτίας του έντονου μελαχρινού δέρματός του). Κοντά στον Κατσαντώνη και τον Τσιάκα ο Καραϊσκάκης έμαθε πολλά για την τέχνη του πολέμου και στη συνέχεια έγινε ο ατρόμητος και παράτολμος αγωνιστής που όλοι ξέρουμε! Ο Καραϊσκάκης θαύμαζε τον Τσιάκα, τον σεβόταν και τον υπάκουε πιστά. Ο Τσιάκας με τη σειρά του αγαπούσε το νεαρό αγωνιστή που είχε υπό την προστασία του κι έτσι δεν άργησαν να δεθούν με βαθιά φιλία και αλληλοεκτίμηση που κράτησε για πάντα!

Μετά τον τραγικό χαμό του Κατσαντώνη (1808) ο Θανάσης Τσιάκας προσκολλήθηκε στον Καραϊσκάκη και τον ακολούθησε ως πρωτοπαλίκαρό του σε όλη τη μετέπειτα πορεία του. Στα πύρινα χρόνια της επανάστασης του 1821 ο Τσιάκας έδωσε σώμα και ψυχή στον αγώνα, παίρνοντας μέρος σε δεκάδες μάχες δίπλα στον Καραϊσκάκη. Ο Θανάσης Τσιάκας έλαβε μέρος και στη μάχη για την απελευθέρωση του Καρπενησίου (Ιούλης 1825). Ο έμπειρος παλιός κλέφτης πάντα συμβούλευε με λόγο μεστό και σοφό το «γιο της καλογριάς» και στάθηκε σιμά του μέχρι το τέλος. 
  
Στα 1823 ο Μουσταή πασάς της Σκόνδρας με 15.000 ασκέρι σάρωνε τα πολύπαθα Άγραφα (βλ. εδώ) σφάζοντας στο πέρασμά του τους ραγιάδες και καίγοντας τον τόπο, με συνέπεια οι περισσότεροι εκ των καπεταναίων ν’ αποσυρθούν! Ο Θανάσης Τσιάκας με 13 (!!!) μονάχα παλικάρια στο πλευρό του (και σε συμφωνία με τον Καραϊσκάκη ώστε να φυγαδευτούν καταδιωκόμενες αγραφιώτικες φαμελιές) αψηφούσε κάθε κίνδυνο κι έστηνε καρτέρια θανάτου χτυπώντας αιφνιδιαστικά τον εχθρό (στις θέσεις «Παλούκια» και «Μονή Σπηλιάς»).


Ο Τσιάκας ήταν γνήσιος επαναστάτης, προσηλωμένος στον αγώνα. Η επανάσταση και η αίσθηση της ελευθερίας ήταν γι’ αυτόν ο ύψιστος σκοπός. Παρά τη συνήθεια της εποχής ο Τσιάκας δεν έπαιρνε μέρος στα πλιάτσικα που ακολουθούσαν μετά τις μάχες. Δεν ταίριαζε στο δικό του ανιδιοτελή χαρακτήρα. Το χρήμα το σιχαίνονταν και το περιφρονούσε. Το συμβιβασμό τον απεχθάνονταν. Αξίζει σε αυτό το σημείο ν’ αναφέρουμε ένα περιστατικό που συνέβη το Γενάρη του 1823 στην περίφημη νικηφόρα μάχη της Κορομηλιάς κοντά στο Σοβολάκο της Ευρυτανίας (σήμερα Αιτωλοακαρνανίας) εκεί όπου ο Καραϊσκάκης πετσόκοψε τους Τούρκους του Άγου Βασιάρη. Οι Τούρκοι αποχωρώντας από το Μεσολόγγι τραβούσαν πορεία με κατεύθυνση την Άρτα. Προτού την προαναφερόμενη μάχη στην Κορομηλιά, επιχείρησαν να χρυσώσουν με 500.000 γρόσια τον Καραϊσκάκη για να τους αφήσει να περάσουν ατουφέκιστοι, πράγμα που βέβαια αυτός δεν δέχτηκε! Ο Τσιάκας που έτυχε να είναι εκεί και να τροχάει το σπαθί του σ’ ένα βράχο άκουσε την «προσφορά». Κοιτώντας στα μάτια τον αρχηγό του δεν δίστασε να του πει δείχνοντας τη χατζάρα του: «τη γλέπ’ς αυτήν ωρέ Γύφτο; Για το λαιμό σ’ την έχου αν πας παρακάτ’ και δε σταθείς να πολεμήσεις ιδώ. Για θα τσακίσουμι τ’ς μουρτ’ατις, για θα μας φαν’ ιδώ τα όρνια»!!!


Ο άδικος και ύποπτος θάνατος του Καραϊσκάκη στοίχισε πολύ στο Θανάση Τσιάκα. Άλλωστε ήταν ο αγραφιώτης κλέφτης που έμεινε πιότερο πιστός στον Καραϊσκάκη. Ο ίδιος ο Τσιάκας επέζησε της επανάστασης. Με ένα ξερό «δεν θέλω τίποτα από σας» αποποιήθηκε κάθε αξίωση απέναντι στο νεοσυσταθέν ελληνικό κράτος. Ο Τσιάκας ο  περήφανος επαναστάτης, που πάνω από τρεισήμισι δεκαετίες πολέμησε παλικαρίσια την ξένη και ντόπια τυραννία, δεν καταδέχτηκε ποτέ να πάει να ζητήσει χάρες ή να γυροβολάει στα παλάτια για αποζημιώσεις. «Κανένας δεν τον είδε ούτε στ’ Ανάπλι ούτε στην Αθήνα ν’ ανεβαίνει σκάλες, να φιλεί ποδιές, περίθαλψες και αριστεία να γυρεύει»! Μάθαινε με θλίψη το κατάντημα των αγωνιστών και πληγώνονταν βαθιά. Ας θυμηθούμε τι έγραφε ο Μακρυγιάννης για τα δεινά των αγωνιστών από τους αρχόντους και τους βασιλιάδες στην μετεπαναστατική εποχή: «Και σ΄αυτήνη την γης οπού ζυμώσαμεν με το αίμα μας θέλουν να μας θάψουν αδίκως και παράωρα όσοι μας κάναν σίγρι από μακριά, όταν κιντινεύαμεν. Μας πήραν την ματοκυλισμένη μας γης, την αγόρασαν από ΄να γρόσι το στρέμμα, και βάλαν εμάς με τ’ αλέτρι και τραβούμεν το γενί και βγάνομεν των συγγενών μας τα κόκαλα, και οι αφεντάδες μας περπατούνε με τις καρότζες τους, και οι αγωνισταί δεν έχουν ούτε γουμάρι, και ξυπόλυτοι και γυμνοί διακονεύουν εις τα σοκάκια». Ο περήφανος κι απροσκύνητος Τσιάκας δεν ήθελε να εμπλακεί σε τέτοιες ταπεινωτικές διαδικασίες. Έτσι αηδιασμένος απ’ όσα συνέβαιναν εις βάρος των αγωνιστών προτίμησε ν’ αποσυρθεί στο χωριό του στο Μοναστηράκι των Αγράφων με λίγα γιδοπρόβατα και με το κυπαρισσένιο κορμί του κόσκινο από τις λαβωματιές. Τούτες ήτανε τα δικά του παράσημα τα κερδισμένα στη φωτιά του αγώνα.  


Στην «Ιστορική ανθολογία» του Γ. Βλαχογιάννη γίνεται μια σπουδαία αναφορά για τον Τσιάκα. Όταν ο Όθωνας με την Αμαλία περιδιάβαιναν -στα 1838/1840- τη Ρούμελη έφτασαν και στ’ Άγραφα. Οι αυλοκόλακες πληροφόρησαν το «βασιλικόν ζεύγος» για το θρυλικό Τσιάκα και το παρότρυναν να συναντηθεί με τον παλιό αγωνιστή ώστε να κάνουν τις απαραίτητες δημόσιες σχέσεις για τα μάτια του κόσμου βέβαια που θαύμαζε και σέβονταν το μεγάλο αγωνιστή. Έτσι λοιπόν ο Όθωνας και η Αμαλία παρέα με όλη την κουστωδία πλησίασαν το μαντρί του Τσιάκα (στη Μαγούλα της Τατάρνας το 'χε εκείνο το διάστημα). Επειδή όμως οι ψαλιδόκολοι βασιλείς με τις «λεπτές οσφρήσεις» δεν… ημπορούσαν ν’ αντέξουν τη μυρωδιά της στάνης του γερο Τσιάκα έκαμαν κάπως παρέκει περιμένοντας να φανεί ο γέροντας. Κάποια στιγμή εμφανίστηκε ο δενδρόκορμος λεβέντης ασπρομάλλης Τσιάκας ζωσμένος με τ’ άρματά του που ποτέ δεν αποχωρίζονταν και με μια νεαρή σαρακατσανοπούλα σαν τα κρύα τα νερά στο πλευρό του! Ο Όθωνας εντυπωσιασμένος από το παρουσιαστικό και το αετίσιο βλέμμα του Τσιάκα τον ρώτησε «γιατί ποτέ δεν ζήτησε αμοιβή για την προσφορά του στον αγώνα». Ο γερο Τσιάκας κοιτώντας τον ίσια, κατάματα, του απάντησε: «Χαρά στα γονικά που καρτηράνε να δώσ’νε ψωμί στα παιδιά τ’ς άμα σκάνε απ’ τα κλάματα». Ο Όθωνας ντροπιασμένος τον ρώτησε τι περίμενε στα γεράματά του κι εκείνος αποκρίθηκε: «Σου ΄πα τίποτα, ο Τσιάκας θέλει μονάχα να σέρνει λεύτερος τούτα δω τ’ άρματα που τίμησε σ΄ ολάκερη τη ζωή του». Ο Όθωνας ταπεινωμένος διέταξε επιτόπου τα όργανα της εξουσίας του: «να επιτρέπεται εις τον κύριον Τσιάκα να φέρει ελευθέρως τ’ άρματά του έως τη λήξιν του βίου του»! Λες κι αν δεν το επέτρεπε…



Ο Τσιάκας δεν ήταν μόνο ένα ασυμβίβαστο πνεύμα αλλά και ένας έξυπνος, ετοιμόλογος και καυστικός ορεσίβιος άντρας που ο ντόμπρος λόγος του «κόκαλα δεν είχε μα κόκαλα τσάκιζε»! Είναι πραγματικά σπαρταριστικός ο διάλογος που ακολούθησε με τη βασίλισσα Αμαλία σε εκείνη τη συνάντηση. Αυτή βλέποντας τη δροσερή κοπέλα που συνόδευε το γερο Τσιάκα ρώτησε τάχα με περιέργεια: «εάν η νεαρά είναι κόρη του καπετάνιου». Γυρίζει τότε ο Τσιάκας και της λέει: «Γυναίκα μ’ είναι. Ου θεός δε μ' χάρ'σι παιδιά μι καμιά απ' τις τρεις γ'ναίκες π’ πήρα. Η τρίτη είν’ αυτή που γλέπ’ς, κυρά βασίλισσα»! Επίμονη η Αμαλία ξαναρωτά: «Μα είναι πολύ νέα, μήπως την αδικείτε καπετάν Τσιάκα;». Και ο απίστευτος Τσιάκας της δίνει… πληρωμένη την απάντηση: « Να σ’ πω κυρά βασίλισσά μ’. Αν είν’ να χαλάσεις τη σαρακουστή, τότε να φας αρνί ή π’λακίδα. Αν είν’ να φας παλιόγιδα, φάι καλύτερα ξηρό ψωμάκι για νάχεις διάφουρου και την ψυχή σ’»!! Κόκαλο η… κερά Αμαλία!  

Κανείς δεν ξέρει το τέλος του Τσιάκα. Η αγραφιώτικη λαϊκή παράδοση λέει πως έφυγε από τούτο τον άδικο κόσμο σε βαθιά γεράματα, πάνω από 100 χρονών, όταν καταπλακώθηκε από ένα πλάτανο που επιχειρούσε να κόψει με το τσεκούρι του!!! Στα 100 και βάλε, διηγούνταν οι παλιοί Αγραφιώτες!

Αυτός ήταν λοιπόν ένας ακόμη λησμονημένος μαχητής… Αλλά όχι απ’ όλους μας! 





Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

Καφέ-ρεστοράν... "τα Τσαγκαράλωνα"!!!














Θέση "Τσαγκαράλωνα" στα Φιδάκια Ευρυτανίας. Με θέα τη Γέφυρα της Επισκοπής στη λίμνη των Κρεμαστών.


ΥΓ. Είσοδος ελεύθερη. Σαλόνι διαθέσιμο, νερό άφθονο και παγωμένο! Εσείς απλά φροντίστε να έχετε μαζί σας τον καφέ σας και το απαραίτητο κολατσιό! Για τη θέα έχει προνοήσει η πανέμορφη Ευρυτανική Φύση (βλ και εδώ).



Σάββατο, 16 Μαρτίου 2013

Απόκριες στο χωριό!





Αφηγείται η κυρα-Λένη…


«Αγαπητά μου παιδιά, να θυμάστε ότι ο άνθρωπος πάντοτε αποζητάει την ευκαιρία για ξεγνοιασιά και ξεφάντωμα! Όσα κι αν είναι τα προβλήματα και οι έγνοιες, που για να λέμε και του στραβού το δίκιο ποτέ δεν λείπουν, η ίδια η χαρά της ζωής γυρεύει πάντα το δικό της μερτικό. Έτσι κι εκείνα τα χρόνια τα παλιά, παρά τη φτώχεια που επικρατούσε στα χωριουδάκια μας, όλοι περιμέναμε πως και πως αυτές τις πολύτιμες μικροχαρές που μας χάριζαν οι παραδοσιακές γιορτές, ανάμεσά τους και οι Απόκριες!

Την Κυριακή της Τυρινής μετά την εκκλησία ξεκίναγαν οι επισκέψεις στα σπίτια για τα “χρόνια πολλά” και για να “σχωρεθούν” οι χωριανοί αναμεταξύ τους μιας και θα μπαίναμε στη Σαρακοστή. Οι γυναίκες στρώνονταν από νωρίς στις ετοιμασίες για να φτιάξουν την παραδοσιακή τυρόπιττα και τις υπόλοιπες λιχουδιές για το βραδινό γιορτινό τραπέζι. Να ξέρετε ότι τότε υπήρχε και αλληλεγγύη, προνοούσαν και για όσους τύχαινε να μην έχουν, δηλαδή τους πολύ φτωχούς…  

Την Κυριακή ξεκίναγε και το χωριάτικο καρναβάλι που είχε μεγάλο γούστο! Παρέες-παρέες οι χωριανοί, κυρίως οι άντρες, μεταμφιέζονταν σε μασκαράδες. Όχι όπως τώρα με  στολές πολυτελείας! Που τέτοια εκείνο τον καιρό. Τότε δούλευε η φαντασία μας και μ’ ότι είχε ο καθένας στο σπιτικό του σκάρωνε και το δικό του “μασκαρλίκι”! Και τι δεν έβλεπες! Κάλυπταν τα πρόσωπά τους με αυτοσχέδιες μάσκες από δέρματα ζώων και κέρατα από κατσίκια, φόραγαν περούκες από μαλλιά προβάτων, καπελαδούρες και φέσια, ντύνονταν με παλιές κάπες, ακόμη και φουστανέλες των παππούδων και ζώνονταν στη μέση με κουδούνια! Οι περισσότεροι κρατούσαν μαγκούρες και πολλοί σακούλια με στάχτη! Όλα τούτα τα συνδύαζαν με τέτοια μαεστρία που γίνονταν κυριολεκτικά αγνώριστοι! Άλλος παράσταινε το γαμπρό, άλλος τη νύφη, άλλος τον παπά, άλλοι κάνανε τα ξωτικά κι ότι μπορεί να βάλει ο νου σας! Κι έτσι ξεκίναγε αυτό το πολύχρωμο καρναβάλι του χωριού και με αστεία καμώματα, χορούς και τραγούδια περιδιάβαινε τους μαχαλάδες μπαίνοντας από σπίτι σε σπίτι, για το σχετικό καλαμπούρι και βέβαια για τα κεράσματα! Όλοι προσέχανε ώστε να μην τους αναγνωρίσει κανείς εκεί που θα πήγαιναν. Τα πειράγματα έδιναν κι έπαιρναν και τα γέλια αντηχούσαν σε κάθε σοκάκι. Άσε πια το τι γίνονταν με τα σατυροτράγουδα: “πως το τρίβουν το πιπέρι του διαόλου οι καλογέροι” ή το άλλο: “τι να σου κάνω Χάιδω μου, τι να σου κάνω γιέ μου, εγώ ο μαύρος γέρασα κι εσύ θέλεις παιχνίδια”! Μαζί με το κέφι έρχονταν και τα κεράσματα: τηγανίτες, κάστανα, καρύδια και φυσικά άφθονο κρασί! Μέχρι αργά το απόγευμα της Κυριακής το ακούραστο καρναβάλι του χωριού είχε την τιμητική του. Οι μασκαράδες συνήθως κατέληγαν στο καφενείο όπου συνέχιζαν το ξεφάντωμα!

Το βράδυ της Κυριακής οι οικογένειες μαζεύονταν στα συγγενικά σπίτια, τις περισσότερες φορές στου παππού. Εκεί δίπλα στ’ αναμμένο τζάκι ο γεροντότερος σταύρωνε την τυρόπιττα κι έδινε πρώτος την ευχή: “καλή Σαρακοστή”! Στη στάχτη έψηναν αυγά, καθένας το δικό του και πάντα και για τους ξενιτεμένους. Αν το αυγό “ίδρωνε”, τότε ο κάτοχός του θα είχε καλή υγεία. Αν έσκαγε στη φωτιά θα… ‘σκαγε και το κακό το μάτι! Ακολουθούσε φαγοπότι με μπόλικο κρασί και τραγούδια με το στόμα γύρω από το τραπέζι. Εκεί πάνω στο μεγάλο κέφι άρχιζε και το τουφεκίδι. Έβγαινε ο νοικοκύρης στην αυλή και ρίχνοντας κάνα δυο μπαταριές φώναζε, ας πούμε, στο γείτονα απέναντι: “Ε, Γιάννηηη, και του χρόνου ωρέ”!  Εκείνος αποκρίνονταν με τη δική του μπαταριά και νάτον κι αυτόν με την οικογένειά του σε λιγάκι στην παρέα για κρασάκι και τουφεκίδι μέχρι πρωίας!!!


Την επόμενη μέρα, την “Καθαρά Δευτέρα”, οι νοικοκυρές φρόντιζαν πρώτα απ’ όλα για την καθαριότητα, για να φύγουνε, όπως λέγανε, "τα κακά τα πνεύματα"! Έτσι λοιπόν τα σπίτια άστραφταν, ενώ στη συνέχεια ετοίμαζαν και τα νηστίσιμα: την παραδοσιακή “κλούρα” (κουλούρα), τα φασόλια, τα χορταρικά και το σπιτικό χαλβά. Θυμάμαι, ότι τα παλιά τα χρόνια, υπήρχε το συνήθειο να πηγαίνουν την “Καθαρά Δευτέρα” με τις τσουγκράνες στα χωραφάκια για “καθάρισμα”. Αυτή η δουλειά δεν ήταν αγγαρεία, ίσα-ίσα που γίνονταν με τραγούδι, κέφι και αστεία. Κόβανε τα βάτα και τ’ αγριόχορτα και σκορπίζανε στο χώμα την κοπριά από τα ζώα. Έτσι όλα ήταν “καθαρά” και έτοιμα για τη μελλοντική σπορά: καλαμπόκια, φασόλια και γενικά τα κηπευτικά. Αυτά ήτανε παιδιά μου τα πραγματικά βιολογικά προϊόντα και ήτανε οι άνθρωποι υγιείς. Το γλέντι συνεχίζονταν κι αυτή τη μέρα και ας μην αρτένονταν ο κόσμος. Αρκούσαν η φασολάδα στο τσουκάλι, οι ψητές πατάτες με τα κρεμμύδια στο τζάκι και το τραγούδι κι έτσι το κέφι δεν αργούσε ν’ ανάψει και πάλι σε σπίτια, πλατείες και καφενεία!

Το πιο σπουδαίο και πατροπαράδοτο έθιμο της Καθαράς Δευτέρας, που αξίζει να το γνωρίζετε οι νεότεροι ήταν αυτό της “αρμυροκουλούρας”! Αυτό αφορούσε ειδικά τα ανύπαντρα κορίτσια. Το μεσημέρι της Καθαράς Δευτέρας οι κοπέλες του χωριού, έπαιρναν τα τσεκούρια και τις τριχιές και πήγαιναν όλες μαζί παρέα στο δάσος για ξύλα. Το σούρουπο, γύριζαν ζαλίγκα και αφού ξεφορτώνονταν τα ξύλα, πήγαιναν χωρίς να μιλούν στη βρύση για να πάρουν το “αμίλητο νερό”! Μετά, έπαιρναν κι αλεύρι και μαζί με μπόλικο αλάτι ζύμωναν την “αρμυροκουλούρα”. Μόλις αυτή ψήνονταν στη θράκα έκοβαν ένα κομμάτι και το έτρωγαν. Στη συνέχεια δεν έπρεπε να πιουν καθόλου νερό! Την υπόλοιπη κουλούρα την έβαζαν κάτω από το μαξιλάρι τους και έτσι κουρασμένες και διψασμένες από το πολύ αλάτι, έπεφταν για ύπνο. Τότε θα ονειρεύονταν το παλικάρι που θα παντρευτούν!



Αυτά είναι μερικά από τα παλιά μας έθιμα στην Ευρυτανία μας. Σας εύχομαι, παιδιά μου, χρόνια πολλά, καλή σαρακοστή σε όλους σας και να έχετε πάντα αισιοδοξία και κέφι στη ζωή».

Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2013

Στη Γυναίκα της Αντίστασης και του Αγώνα


Το παρακάτω σπάνιο ποίημα -το οποίο δημοσιεύουμε σήμερα με αφορμή την «Ημέρα της Γυναίκας»- ανήκει στο νεαρό Ευρυτάνα ποιητή και πρωταντάρτη του Άρη, τον ηρωικό Δώρη Άνθη (Νίκος Ζωγραφόπουλος). Γράφτηκε και τραγουδήθηκε για πρώτη φορά στις 8 Μαρτίου του 1943, όταν μία αντάρτικη ομάδα του ΕΛΑΣ, με πολιτικό καθοδηγητή το Δώρη, γιόρτασε την επέτειο στο Κρίκελλο Ευρυτανίας. 

ΣΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ
«Δούλευε, δούλευε γυναίκα
πολέμα μια ψυχή για δέκα
σ’ αυτόν τον κόσμο το σκληρό
από το σπίτι στο εργαστήρι
μεσ’ στο χιονιά, μεσ’ στο λιοπύρι
δίχως να βρεις αναπαυμό.

Γυναίκα της αγάπης το λουλούδι
του βίου χάδι και τραγούδι
πιστή συντρόφισα γλυκειά
πολέμα για να ζήσης τα παιδιά σου
πολέμα για τη λευτεριά σου»

(ΥΓ. Για τον ποιητή Δώρη Άνθη βλ. εδώ και εδώ)

Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2013

Συμβολισμοί...


Σε πείσμα των καιρών ετούτο το δέντρο αν και βαριά πληγωμένο από μπόρες και κεραυνούς επιμένει να στέκει ολόρθο.
Εμείς και ο τόπος μας άραγε;;;