Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2018

Ο σαρακατσανάκος και... ο πειρασμός!

Ο βοσκός και η βοσκοπούλα- έργο του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου Χατζημιχαήλ (1868-1934) 

Αφηγείται η Ευρυτάνισσα κυρά-Λένη


Η αστεία ιστορία που θα σας διηγηθώ παιδιά μου είναι αληθινή και συνέβη πριν πολλά χρόνια στα μέρη μας...

Πλησίαζε η Μεγαλοβδομάδα κι ένας νιός σαρακατσάνος από ένα αγραφιώτικο χωριό τράβηξε ψηλά στο βουνό σ' ένα ξωκκλήσι για να εξομολογηθεί και νάναι έτοιμος να κοινωνήσει. 

Αφού είπε τι είπε ο νιός, ο παπάς τού έδωσε μερικές συμβουλές:

-Να προσέχεις παιδί μου, να κρατήσεις τη νηστεία και να έχεις την ψυχή σου καθαρή. Αμάρτημα παιδί μου είναι και οι κακές οι σκέψεις!

-Δηλαδής παπά μ' να μη σκέπτουμι ούτε τα κουρίτσια;;;

-Ούτε τα κορίτσια τέκνον μου! Όταν έρθει η ώρα να παντρευτείς τότε θα σκεφτείς και τη γυναίκα που θα πάρεις.

-Κι άμα απαντήσου καμιά τσούπρα στου χουριό μ΄ τι να κάμου;;;

-Να πεις από μέσα σου "ύπαγε οπίσω μου σατανά" και να τραβήξεις το δρόμο σου. Έτσι κάμνει ο καλός ο χριστιανός.

-Κι ισύ παππούλη μ' έτσ' κάν'ς άμα ιδείς καμιά όμουρφη;;;

-Φύγε παιδί μου μην με κολάζεις. Και κοίτα να προσέχεις... όπως σου είπα, μ' ακούς;;; Νηστεία, τα μάτια σου χαμηλά και να μην ξεχνάς όπου βλέπεις εικόνισμα να κάνεις το σταυρό σου.

-Καλά παππούλη μ'... 

Κι έτσι ο νεαρός σαρακατσάνος έκοψε στον ώμο τον τρουβά του με ψωμί και κρεμμύδι και κίνησε πάλι για το χωριό του. Απ' όπου περνούσε και έβλεπε εικονισματάκι σταματούσε αμέσως και έκανε το σταυρό του κατά πως τον είχε συμβουλέψει ο παπάς.

Κάποτε έφτασε και στο χωριό. Στη βρύση μαζεμένοι οι νέοι και οι νέες, χαρούμενοι κι ανέμελοι έλεγαν τα χωρατά τους. Ανάμεσά τους και μια χωριατοπούλα σαν τα κρύα τα νερά. Πανέμορφη, έλαμπε σαν το αστέρι της ανοιξιάτικης βραδιάς! 

Ο καημένος ο σαρακατσανάκος κάθισε μαζεμένος σε μια γωνιά. Στο νου του πετάριζαν συνεχώς τα λόγια του παπά. Αλλά τι τα θες, τα νιάτα είναι πάντα νιάτα! Τι να 'κανε λοιπόν κι ο δόλιος;;; Είχε θαμπωθεί από την ομορφάδα της κοπέλας και δεν μπορούσε να αντισταθεί στον... πειρασμό! Έτσι λοιπόν, έριχνε που και που και καμιά κλεφτή ματιά στο ομορφοκόριτσο που, εδώ που τα λέμε, δεν έδειχνε κι αυτό καθόλου αδιάφορο  για το λεβεντονιό.

Μια-δυο-τρεις, δεν άντεξε και το σαρακατσανόπουλο οπότε γυρνάει και της λέει φωναχτά:

-Αμάν μαυρομάτα μ', κουρίτσι είσι εσύ μαθές ή 'κόνισμα να κάμω το σταυρό μ' και να σε ασπαστώ ;;; !!!


Ήταν μια εύθυμη διήγηση από την Ευρυτάνισσα κυρά-Λένη

Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2018

Ωρέ Μπαλαούρα... σε είχαν προλάβει άλλοι!!!


Κάποιες φορές η ζωή και οι εποχές συνωμοτούν για να σκαρώσουν τις δικές τους φάρσες! Πως; Θα δείτε παρακάτω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα... 
Από το δυσεύρετο βιβλίο του αείμνηστου Ευρυτάνα λογοτέχνη Δημοσθένη Γούλα με τίτλο: "Οι χωριανοί μου" (εκδ. Στέφανος Δ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 1978 - πρώτη έκδοση 1953), το οποίο κοσμεί την προσωπική μας βιβλιοθήκη, ιχνηλατήσαμε ένα εύθυμο περιστατικό που συνέβη πολύ παλιότερα, αλλά με απίστευτο τρόπο έρχεται να συναντήσει... το σήμερα!!!

"Στρατεύσιμοι

Ο στρατηγός Νεγρεπόντης σε μία στρατιωτική επιθεώρηση στο Σύνταγμα Ευζώνων Λαμίας ρωτάει τους στρατεύσιμους:

-Δε με λέτε παιδιά, ποιος ξέρει να πει ποια είναι η πρωτεύουσα της Γερμανίας ; 

Κόκκαλο το ακροατήριο.

-Της Γαλλίας ;

Πάλι σιωπή οι τσολιάδες.

-Μήπως ξέρει κανένας, της Μεγάλης Βρετανίας ;

Ένα χέρι πετιέται ψηλά κι ακούεται!

-Του Καρπενήσ' "



                                                         Απολαύστε και το Μάκη Μπαλαούρα...




Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2018

"Να μπορεί ν' απαγκιάσει ένας άνθρωπος..."



Με ιδιαίτερη χαρά φιλοξενούμε στο blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης ένα εξαιρετικό βιωματικό κείμενο του Ευθύμιου Φλώρου από το Κρίκελλο Ευρυτανίας το οποίο αφιερώνει στη μνήμη του πατέρα του Φώντα Φλώρου. 

Με αφορμή ένα "εικονοστάσι-απάγκιο" στο δρόμο προς το Κρίκελλο, ο συμπατριώτης μας, μέσα από μια βαθιά συναισθηματική γραφή, σκιαγραφεί τις σκληρές συνθήκες ζωής και επιβίωσης των φτωχών Ευρυτάνων σε δύσκολες εποχές, μα συνάμα και την ανθρωπιά, το νοιάξιμο και την αλληλεγγύη εκείνων των ασύγκριτων ανθρώπων του τόπου μας που μπορεί να στερούνταν πολλά αλλά διέθεταν... περίσσευμα ψυχής! 

Ιδού:

======================

Όλοι το βλέπουν περνώντας για το Κρίκελλο. Λίγοι όμως θα ξέρουν την ιστορία του. Γι αυτό και γράφω αυτές τις γραμμές. Ως τιμή στον αγαπημένο μου πατέρα τον Φώντα Φλώρο που γεννήθηκε στο Σέλο (σημερινό Βύθισμα) το 1925 και παντρεύτηκε στο Κρίκελλο την Φωτεινή Δ. Κακκαβά. Έφυγε από κοντά μας τη μέρα της Παναγίας 15-8-2010. 

Ο σώγαμπρος Φώντας δεν άργησε στο χωριό να δείξει τον καλό του χαρακτήρα ως άνθρωπος που «άνω θρώσκει», που κοιτάει ψηλά προς το δημιουργό του, αλλά και το επίσης καλό  μυαλό του που ήθελε να πηγαίνει μπροστά αφήνοντας στην άκρη τα βαρίδια των πικρόχολων σχολίων, που πάντα απλόχερα μας «κερνάνε» αρκετοί συνάνθρωποί μας.

Όλα αυτά που έδειχναν έναν νουνεχή άνθρωπο συνδυάστηκαν με την εργατικότητά του τη μεγάλη. Έσκαβε μέχρι τα βαθειά του γεράματα με τέτοια δύναμη που με έκανε να προβληματίζομαι για τις δικές μου επιδόσεις, όντας εγώ νέος και δυνατός!  Όταν παντρεύτηκαν με τη μάνα μου τη Φωτεινή ατενίζοντας απ’ το χωράφι μας στον Αη Γιάννη προς τη Μεσαμπελιά που κυρίως είχε λιβάδια για βοσκή ο πατέρας μου έλεγε όπως μου είχε πολλές φορές επαναλάβει η μάνα μου «Νάταν αυτά δικά μου Φωτεινή, θα τα φύτευα όλα δέντρα, καρυδιές, κερασιές, κλήματα» Τούχε λείψει ο ήμερος τόπος που να μπορεί να φυτευτεί αφού στο Σέλο ήταν ελάχιστος διαθέσιμος!

Αυτή του η εργατικότητα, αλλά και η συνέπεια στους λογαριασμούς του ως υπεύθυνος της αποθήκης ζωοτροφών Κρικέλλου, είχε ως αποτέλεσμα να του γίνει πρόταση απ’ τον τότε διευθυντή της Αγροτικής Τράπεζας τον μακαρίτη Αφεντάκη, να πάρει τη θέση του κλητήρα που έπαιρνε σύνταξη το όνομα του οποίου δεν θυμάμαι.

Ήταν αυτή μια κίνηση που βοήθησε εκείνον να ζήσει ανετότερα, αλλά κι εμάς όλους της οικογένειας να βοηθηθούμε.

Όμως ο διορισμός του ως ημερομίσθιου για πάνω από 6 χρόνια μαζί με το καλό του εμπεριείχε μεγάλα ζόρια. Έπρεπε με το λίγο μισθό του να ζούμε κι εμείς στο χωριό κι αυτός στο Καρπενήσι. Έτσι αναγκάστηκε να κοιμάται στην αποθήκη της τράπεζας, κάτω απ’ τα γραφεία, σ’ ένα ράντζο, εκείνη την πτυσσόμενη κατασκευή με τα ξύλα ως σκελετό της, αυστηρά για έναν  άνθρωπο και μάλιστα για ύπνο χωρίς καμμία περιστροφή και μετακίνηση απ την ύπτια θέση. 

Στην αποθήκη αυτή υπήρχαν φάρμακα που πούλαγε η Τράπεζα. Ακόμα έρχεται στη μύτη μου η μυρωδιά του βενζόλιου όταν ερχόταν ο πατέρας μου στο Κρίκελλο συνήθως το Σάββατο το βράδυ, αφού τότε η δουλειά είχε 6 ήμερη βάση.

Εκτός της εξοικονόμησης ενοικίου με τη διαμονή του στην αποθήκη όμως είχε φθηνή τροφή στο απέναντι εστιατόριο του μπάρμα Κώστα Μπούρα, του πατέρα του νυν βουλευτή Θανάση Μπούρα. Όπως ο πατέρας μου έτσι κι ο μπάρμπα Κώστας με το εστιατόριό του αλλά και ο μπάρμπα Πάνος με το ξενοδοχείο ύπνου δίπλα του, κατάγονταν απ’ το Σέλο και ήταν για τον πατέρα μου το αποκούμπι του. Φυσικά με το αζημίωτο. Έκανε κι ο πατέρας μου δουλειές στο μαγαζί τους τακτικά αν και πλήρωνε τη φασολάδα του που είχε το ρεκόρ στις επιλογές φαγητού του.

Αυτές οι εξοικονομήσεις χρήματος με σκοπό την επιβίωσή μας συμπληρώνονταν με μια ακόμα. Κάθε Σάββατο μεσημέρι όταν σχόλαγε απ’ τη δουλειά, έφευγε κατ’ ευθείαν με τα πόδια για Κρίκελλο. Ανέβαινε μέσω Μυρίκης απ’ το μονοπάτι σε χρόνο ρεκόρ ώστε στα Καμίνια ή στον Πύργο να προλάβει το φορτοεπιβατηγό του Σωτήρη να φτάσει στο χωριό, πληρώνοντας το μισό εισιτήριο! Για να γίνει αντιληπτό το ύψος της οικονομίας είναι καλό να πούμε ότι το μεροκάματο ήταν σχεδόν 30 δραχμές και το εισιτήριο 3 ή 4 δραχμές. Άρα κάθε πορεία του 2-3 ωρών κοστολογούνταν 2 δραχμές!!

Όμως τους χειμωνιάτικους μήνες ο Σωτήρης δε μπορούσε να περάσει στα χιόνια κι έτσι συχνά ο Φώντας ακολουθώντας το γνωστό του μονοπάτι που ήταν καλυμμένο με πολύ χιόνι έφτανε στο χωριό εξουθενωμένος!

Θα μείνει στη μνήμη μου η λαχτάρα με την οποία περίμενα τον πατέρα μου. Όχι επειδή θα μου έφερνε …καραμέλες ή κάτι άλλο ως δωράκι! Ήθελα τον πατέρα μου να παίξω μαζί του, αφού ακόμα δεν είχε γεννηθεί η αδερφή μου κι εγώ απ’ τα 4 μου χρόνια βοηθούσα τη μάνα μου και τη γιαγιά μου να σκαρίσουμε τις γελάδες μας, τις γίδες μας, τη φοράδα μας την αγαπημένη μου Ντοριά!  Και πράγματι αν και ήταν εξουθενωμένος απ’ τη γρήγορη και δύσκολη πορεία είχε την καλοσύνη να παίξουμε ειδικά κρυφτό μέσα στο σπίτι έχοντας πάντα τον τρόπο να βρίσκει καλούς κρυψώνες και να με δυσκολεύει! Πώς αλήθεια να τον εντοπίσω κρυμμένο κι ακούνητο,  πίσω απ’ την πόρτα στην οποία κρεμόταν ένα ωραίο δέρμα ολόμαλλο από το αρνί μας;

Αυτές του οι πορείες όμως και ειδικά οι χειμωνιάτικες είχαν πολλούς κινδύνους. Κορυφαία ήταν η βραδιά εκείνου του Σαββάτου που εγώ και η μάνα μου τον περιμέναμε. Κυρίως εγώ βέβαια αφού είχε τόσο χιόνι που η μάνα μου πίστευε ότι δεν θα ερχόταν. Βγάζαμε κουρέλια παλιά ρούχα ώστε να υφάνει κουρελούδες η μάνα μου.  Εκείνη κουρασμένη αφού το χειμώνα όλα τα ζωντανά ήθελαν το φαί τους στο σπίτι, στο υπόγειο που τα είχαμε όλα μαζί, κουρασμένη έγερνε το κεφάλι της και την έπαιρνε ο ύπνος καθιστή! Εγώ όμως περίμενα τον πατέρα μου και συνέχιζα να βγάζω κουρέλια. Μέχρι που η ώρα έφτανε μεσάνυχτα και δεν άκουγα χτυπήματα ποδιών που τινάζουν τα χιόνια έξω απ την πόρτα μας.

Εκείνο το Σάββατο ο πατέρας μου όπως κάθε βδομάδα, ήθελε να έρθει στο σπίτι του. Έκανε σκέψεις που μείωναν τον κόπο του να διασχίσει 30 χιλιόμετρα με χιόνια πάνω από ένα μέτρο!  Θεωρούσε, όπως μου έλεγε, ότι θάχουν  βγει απ’ το Καρπενήσι οι κυνηγοί για κυνήγι προς τη Μυρίκη και οι κυνηγοί της Μυρίκης επίσης, οπότε θα μπορέσει να φτάσει προς το Κρίκελλο που ήλπιζε ως τον Αη Θόδωρο νάχουν βγεί και οι Κρικελλιώτες κυνηγοί. Τίποτα όμως απ’ αυτά δεν είχε γίνει. Το χιόνι ήταν τόσο πολύ που δεν ήταν δυνατόν να κυνηγήσουν, ανεξάρτητα εάν αυτό έτσι κι αλλιώς ήταν απαγορευμένο.  Έτσι εκείνος μόνος του  έπρεπε να «κόψει» το χιόνι σ’ όλη τη διαδρομή μέχρι το χωριό. Το χιόνι όπως μου περιέγραψε ήταν του Νοτιά που είναι βαρύ και δεν διαλύεται εύκολα όπως εκείνο του Βορριά. Έτσι κατάκοπος έφτασε μέχρι τον Πύργο και ήδη είχε νυχτώσει. Μπρός γκρεμός και πίσω ρέμα, είπε. Δε μπορούσα να γυρίσω πίσω. Έπρεπε να προχωρήσω. Και προχωρούσε εκατό μέτρα κάνοντας αναγκαστική στάση για πολύ λίγο, αφού ήξερε ότι μπορούσε να παγώσει ή να μείνει από καρδιά εάν καθίσει περισσότερο. Τα πόδια στην αρχή του βήματος φαίνονταν να πατάνε σταθερά ψηλά πάνω στο χιόνι βυθισμένα μια σπιθαμή, αλλά με την αλλαγή ποδιού για το βήμα το πόδι που σήκωνε το βάρος του σώματος βυθιζόταν στο ένα μέτρο! Γι αυτό και κάθε 100 μέτρα έκανε στάση να πάρει μόνο μια ανάσα. 

Ο Γολγοθάς του τελείωσε γύρω στα μεσάνυχτα που εγώ επέμενα βγάζοντας κουρέλια να τον περιμένω! Είπε μπαίνοντας ότι «αφού δεν πέθανα απόψε δεν πεθαίνω ποτέ!» 

Το πρόγραμμα των επισκέψεων του πατέρα μου τα Σαββατοκύριακα δεν είχε όμως μόνο το δρόμο απ’ το Καρπενήσι στο Κρίκελλο που συνήθως με καλό καιρό χρειαζόταν 3 μόνο ώρες να τον διανύσει, αλλά και την επιστροφή που συνήθως γινότανε νύχτα το πρωί της Δευτέρας! Τότε έπρεπε να φύγει έως τις 3 τη νύχτα ώστε να φτάσει πριν έρθουν οι υπόλοιποι υπάλληλοι στην Τράπεζα για να τους ανάψει το καλοριφέρ να βρούνε ζέστη! Αυτή ήταν δουλειά  της καθαρίστριας βέβαια αλλά εκείνη «τύχαινε» να είναι και σύζυγος του προϊστάμενου γνωστού Καρπενησιώτη  και απλώς ερχότανε μαζί με τους υπόλοιπους και κραδαίνοντας ένα φτερό έδιωχνε τη σκόνη απ’ το ένα γραφείο στο διπλανό, παίρνοντας όμως όχι ευκαταφρόνητο μισθό!

Αυτή η για 5-6  χρόνια, οδύσσεια του πατέρα μου που είχε αίσιο τέλος σε όλες τις περιπτώσεις, αφού επέζησε, τον ώθησε  ως ευχαριστήριο προς τον Θεό που του έδωσε δύναμη όσες φορές τη χρειάστηκε, να χτίσει αυτό το εικόνισμα στη θέση που παλιότερα υπήρχε ένα μικρό πέτρινο εικονισματάκι των Αγίων Θεοδώρων, ενός ναού που 400 μέτρα πιο πέρα ήταν ήδη ένας σωρός με πέτρες.  Είναι το σημείο αυτό που αργότερα έχτισε το σημερινό εκκλησάκι η θειά μου η Μαρία Τασούλη-Κακκαβά πουλώντας δυό οικόπεδά της στην Αθήνα, όταν η ζωή έδρασε άσχημα γι αυτήν και σε λίγο διάστημα έχασε τον άντρα της και το ένα εκ των δύο παιδιών της!

Το εικόνισμα των Αγίων Θεοδώρων χτίστηκε από τους Συγκρελιώτες μαστόρους της πέτρας Δημήτρη Παπαηρακλή και Σπύρο Φαρμάκη, καλούς συγγενείς μας. Ήμουνα παρών όταν το χτίζανε τη δεκαετία του 1970 και ενθουσιάστηκα όταν ο Σπύρος χάραζε τη γη λέγοντας ότι θα το κάνει σε σχήμα τετραγώνου. Υπέθετα, μαθητής γυμνασίου εγώ που ήξερα το πυθαγόρειο θεώρημα κλπ ότι ο θείος Σπύρος θα δυσκολευτεί να φτιάξει ορθές τις γωνίες! Εκείνος όμως όπως όλοι οι παλιότεροι είχαν το μυαλό τους σωστό και μετρώντας τις διαγωνίους ώστε να είναι ίσες αφού είχε και ίσες τις πλευρές ήταν σίγουρος ότι αυτό που σχεδίασε ήταν τετράγωνο. Και φυσικά ήταν. 

Βλέποντας ότι κάτι μεγαλύτερο από εικόνισμα σχεδιάστηκε ρώτησα τι θα φτιάξουν. Τότε είπε ο πατέρας μου ότι δεν το ήθελε απλώς ως ένα μικρό εικονισματάκι αλλά «να μπορεί ν’ απαγκιάσει ένας άνθρωπος» εάν βρεθεί σε δύσκολη θέση όπως  βρέθηκε ο ίδιος το Σαββατόβραδο εκείνο που φοβήθηκε για τη ζωή του και πολλά άλλα που έλυωνε τις πέτρες με τις πατούσες του στα μονοπάτια των βουνών μας.

Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2018

Δυο κόσμοι...

O ασυμβίβαστος Αγραφιώτης επαναστάτης ΚΑΤΣΑΝΤΩΝΗΣ 

Στα πανύψηλα αστραποκαμένα ευρυτανικά βουνά και ιδιαίτερα σε αυτά των αδούλωτων Αγράφων (εξ' ου και η ονομασία τους από τα βυζαντινά ακόμη χρόνια), στις απόκρημνες αετοφωλιές και στα αδιαπέραστα ελατοδάση, φούντωσε από πολύ παλιά η επαναστατική φλόγα που πυρπόλησε τις καρδιές των αδικημένων αυτού του τόπου κόντρα στην συνασπισμένη καταπιεστική εξουσία του σουλτάνου και των ντόπιων συνεταίρων κοτζαμπάσηδων ή "καλικάντζαρων" όπως τους αποκαλούσε ο φτωχός πάνσοφος λαός (βλ. εδώ).

Εδώ "στα ψηλά", συνυφασμένη με την ατίθαση φύση, ζυμώθηκε η επαναστατική ψυχοσύνθεση των "ελεύθερων σκλάβων" εκείνης της εποχής (βλ. εδώ).

Αυτών που αρνούνταν να υπηρετούν, που απεχθάνονταν το ραγιαδιλίκι, που δεν καταδέχονταν να σκύβουν το κεφάλι στους αφεντάδες. Αυτών που από την κάννη του τουφεκιού τους και από του σπαθιού τους την κόψη την τρομερή, δεν πήγαζε μόνο ο προσωπικός τους αδέσμευτος βίος αλλά και το υπέροχο ήθος της υπεράσπισης των κατατρεγμένων και "παρακατιανών". Αυτών που ξεκίνησαν σαν αυτόνομοι μαχητές κατά της αδικίας και στην πορεία έγιναν ο λαϊκός στρατός της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας.  

Σαν Ευρυτάνες δεν μπορεί παρά να είμαστε περήφανοι που σε τούτα τα χώματα έδρασαν μεγάλοι επαναστάτες του '21 όπως π.χ. ο πρωτοπόρος Οδυσσέας Ανδρούτσος στην Τατάρνα (και μάλιστα 3 μέρες προτού την 25η Μαρτίου - βλ. εδώ), ο Μάρκος Μπότσαρης που έπεσε στο Κεφαλόβρυσο (βλ. εδώ) και άλλοι προγενέστεροι και μεταγενέστεροι αυτών.

Εκείνο που ίσως δεν γνωρίζουν αρκετοί, είναι ότι ΠΟΛΥ ΠΡΙΝ από την επανάσταση του 1821, στα αγραφιώτικα βουνά μεγαλούργησαν ως πρωτοξεκινητάδες του αγώνα απείθαρχα παλικάρια - φύλακες άγγελοι της φτωχολογιάς - σαν τον ασυμβίβαστο σταυραετό των Αγράφων Κατσαντώνη (βλ. εδώ), τον Τσιάκα (βλ. εδώ), τον Καραϊσκάκη (βλ. εδώ) και τόσοι άλλοι ακόμα, όλοι τους "ώριμα τέκνα της ανάγκης και της οργής" των καιρών τους. Όλοι τούτοι δεν ήταν άρχοντες μήτε προύχοντες, αλλά απλοί σαρακατσάνοι τσοπάνηδες όπως ο Κατσαντώνης ή παιδεμένα φτωχόπαιδα που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα όπως ο "γιος της καλογριάς" (βλ. εδώ). 

Άνθρωποι υπερήφανοι, με αξιοπρέπεια, απροσκύνητοι, ελεύθεροι, πονόψυχοι με το λαό, αληθινοί ξυπόλητοι Προμηθέες! Οι πασάδες και οι καθεστωτικοί τούς είπαν κλέφτες, κατσαπλιάδες, κλαρίτες και παραβατικούς, αλλά τελικά ήταν αυτοί που με το παράδειγμά τους μετέτρεψαν ιστορικά σε τίτλους τιμής τις άθλιες κατηγόριες των τουρκοπροεστάδων.  

Κι όσοι επέζησαν από το μαχαίρι των πασάδων και σία, πρωτοστάτησαν στη συνέχεια και στη μεγάλη εξέγερση του 1821, γιατί ήταν αυτοί που της έδωσαν πνοή, νόημα και όραμα στα πεδία των μαχών και όχι οι καλοθρεμμένοι πισινοί των Φαναριωτών, των Κοτζαμπάσηδων και λοιπών που εκ των υστέρων και με το αίμα των αγωνιστών έδρεψαν καρπούς. 

Πόσοι άλλωστε κατά τη διάρκεια της εξέγερσης δεν τράβηξαν τα πάνδεινα από τις ραδιουργίες των Μαυροκορδάτων (βλ. Καραϊσκάκης - εδώ) και πόσοι άλλοι μετά την επανάσταση δεν υπέφεραν από τους ξενόφερτους βαυαρούς βασιλιάδες και τις αυλές τους, καθώς όπως έγραφε κι ο Μακρυγιάννης: «Και σ΄αυτήνη την γης οπού ζυμώσαμεν με το αίμα μας θέλουν να μας θάψουν αδίκως και παράωρα όσοι μας κάναν σίγρι από μακριά, όταν κιντινεύαμεν. Μας πήραν την ματοκυλισμένη μας γης, την αγόρασαν από ΄να γρόσι το στρέμμα, και βάλαν εμάς με τ’ αλέτρι και τραβούμεν το γενί και βγάνομεν των συγγενών μας τα κόκαλα, και οι αφεντάδες μας περπατούνε με τις καρότζες τους, και οι αγωνισταί δεν έχουν ούτε γουμάρι, και ξυπόλυτοι και γυμνοί διακονεύουν εις τα σοκάκια»    

Ναι, πάντα ήταν δυό αλλιώτικοι κόσμοι: από τη μιά αυτός της λευτεριάς-ανεξαρτησίας και από την άλλη εκείνος της εκμετάλλευσης-καταπίεσης. Κι αυτοί οι κόσμοι ανέκαθεν ήταν σε σύγκρουση. Εξάλλου όπως έλεγε και ο Ρήγας Φεραίος: «Όταν η διοίκησις βιάζει, αθετεί, καταφρονεί τα δίκαια του λαού και δεν εισακούει τα παράπονά του, το να κάμνει τότε ο λαός ή κάθε μέρος του λαού, επανάσταση, ν' αρπάξει τ' άρματα και να τιμωρήσει τους τυράννους του, είναι το πλέον ιερόν απ' όλα τα δίκαιά του και το πλέον απαραίτητο απ' όλα τα χρέη του.»!

Κι όσο κι αν οι "καθωσπρεπιστές" κοντυλοφόροι της λεγόμενης επίσημης, πλην όμως παραχαραγμένης, ιστορίας προσπαθούν να μας πείσουν ότι δήθεν "όλοι μαζί" έσπειραν το σπόρο της λευτεριάς, η πραγματικότητα τους διαψεύδει.   

Αμ δε! Την ιστορία των εξεγέρσεων την γράφουν πάντα οι ατίθασοι και οι ανυπάκουοι και όχι οι προσκυνημένοι και οι βολεμένοι. 

Σαν επίλογο παραθέτουμε δύο ιστορικά δημοτικά τραγούδια που τραγουδήθηκαν και βέβαια τιμήθηκαν και στ' αγραφιώτικα βουνά μας και είναι βαθιά αντιπροσωπευτικά για το ήθος, αλλά και τη στάση των "μεν" και των "δε"...

Εκείνον τον παλιό καιρό και το παλιό ζαμάνι,
μ' είχεν η χώρα προεστό, μ' είχεν η χώρα πρώτον
κι αντάρριχνα το δόσιμο και το βαρύ τεφτέρι,
δέκα στους πλούσιους έριχνα, στις χήρες δεκαπέντε,
στη δόλια τη φτωχολογιά έριχνα τριανταπέντε.

και...

-Βασίλη κάτσε φρόνιμα, να γίνεις νοικοκύρης
για ν' αποχτήσεις πρόβατα, ζευγάρια κι αγελάδες,
χωριά κι αμπελοχώραφα, κοπέλια να δουλεύουν.
-Μάνα μου, εγώ δεν κάθομαι να γίνω νοικοκύρης
να κάμω αμπελοχώραφα, κοπέλια να δουλεύουν,
και νάμαι σκλάβος των Τουρκών, κοπέλι στους γερόντους.
Φέρε μου τ' αλαφρό σπαθί και το βαρύ ντουφέκι,
να πεταχτώ σαν το πουλί ψηλά στα κορφοβούνια.
Εγώ ραγιάς δε γένομαι, Τούρκους δεν προσκυνάω,
δεν προσκυνώ τους άρχοντες και τους κοτζαμπασήδες.


Με επίγνωση της αλήθειας...
Δόξα και τιμή στους απροσκύνητους επαναστάτες του '21!


Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2018

1.000.000 (...+)


Το blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης" συμπλήρωσε 1.000.000 προβολές στις σελίδες του!

Ευχαριστούμε εγκάρδια όλους εσάς για τη στήριξη και την εμπιστοσύνη που δείχνετε στην προσπάθεια που καταβάλλουμε για να αναδείξουμε τις φυσικές ομορφιές και την ιστορία της Ευρυτανίας μας!

Συνεχίζουμε… στα γνώριμα και άγνωστα μονοπάτια!


Σάββατο, 17 Μαρτίου 2018

Ο έσβος ή ασβός!


Ο σπουδαίος Ευρυτάνας λογοτέχνης Στέφανος Γρανίτσας (1880-1915) έχει και πάλι την τιμητική του στο ιστολόγιό μας, με το έξοχο βιβλίο του "Τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου" (βιβλιοπωλείον της Εστίας). Τούτη τη φορά θα γνωρίσουμε τον ασβό ή έσβο κατά τη ντοπιολαλιά, μέσα από μία συναρπαστική γραφή που υποδηλώνει την αγάπη του Ευρυτάνα συγγραφέα για τη φύση και τα πλάσματά της, αλλά εμπεριέχει και σαφείς-ευφυέστατες αιχμές για το κοινωνικό status quo εκείνων των καιρών!

Ιδού:

==================

Ο έσβος

Η Ζωολογία νομίζω τον ονομάζει Ασβόν. Εάν ο Ζωολογικός Κήπος δεν έχη Ασβόν του χαρίζω ένα τον οποίον τρέφω από μηνός με κίνδυνον να μη πάρω πλέον ψήφον από τους χωρικούς μου. Διότι πρώτον το τετράποδον αυτό, το οποίον είναι ένα εύμορφον μίγμα αγριόχοιρου και αλεπούς, είναι κυριολεκτικώς «χαμός» διά τα σπαρτά.

-Καλύτερα να πέσουν στα χωράφια μας δυο βόδια παρά ένας Έσβος! μου έλεγαν προ ήμερων οι γειτόνοι μου γεωργοί.

Τα δίκαια αυτά παράπονά των κατά της περιθάλ­ψεως ενός καταστροφέως των σπαρτών, μου ενθυμί­ζουν ένα από τα συγκινητικότερα δώδεκα επαναστα­τικά αιτήματα των Γερμανών χωρικών του 15ου αιώ­νος κατά των τσιφλικούχων. Παραπονούμενοι διότι τοις απηγορεύετο η καταδίωξις των αγριμιών, τα οποία ανήκον εις την κυνηγετικήν κυριότητα των χωροδεσποτών, έλεγαν: «Υποφέρομεν βλέποντες τα σπαρτά μας, τα οποία ο Θεός μεγαλώνει διά το κα­λόν των ανθρώπων, να τα τρώγουν ανωφελώς αγρίμια δίχως κανένα λόγον και ημείς να είμεθα σιωπηλοί θεαταί τούτου, πράγμα το οποίον είναι εναντίον του Θεού και του πλησίον.»

Δυστυχώς εις την Ελλάδα η κυνηγετική νομοθε­σία είναι ακόμη φεουδαλιστική. Εκ των έως τώρα σημειωμάτων μου περί του αετού, της κίσσας, του μελισ­σοφάγου, του συκοφαγά, λαμβάνει κανείς οπωσδήποτε μίαν ιδέαν της διαρκούς μάχης του χωρικού απέναντι των αγριμιών, τα οποία είναι ολόκληρον πλήθος, όπως θα ιδήτε εις την σειράν αυτήν του «Λόγγου και του Βουνού» και το οποίον πλήθος ενώ σακατεύει την γεωργίαν, μόλα ταύτα ο χωρικός το μάχεται μόνον με τα πρωτογενή δόκανα, του προνομίου του κυνηγίου ανήκοντος μόνον εις τους ευπόρους.

Μετά τα σημειώματα αυτά, θα ομιλήσωμεν διά μα­κρών περί των νέων τάσεων της ευρωπαϊκής νομοθεσίας απέναντι του μεγάλου αυτού ζητήματος, το οποίον απασχολεί σήμερον μεγάλους αγροτικούς συγ­γραφείς βλέποντας εις την σύγχρονον κυνηγετικήν νομοθεσίαν τον ζωντανώτερον φεουδαλισμόν, αφού συμ­βαίνει το μοναδικόν αυτό, να τρέφωμεν ημείς το κυ­νήγι με τα σιτάρια μας, με τα σταφύλια μας, με τα μελίσσια μας, με τους κήπους μας, με τον ιδρώτα μας και να το τρώγουν οι πλούσιοι, δίχως ημείς να έχωμεν το ανθρώπινον δικαίωμα της αμύνης κατά των κατα­στροφέων μας αυτών.

Επιστρέφω εις τον Έσβον, ο οποίος μου έδωκεν αφορμήν εις την αρθρογραφίαν αυτήν. Ο ιδικός μου Έσβος διατρέχει και ένα άλλον κίνδυνον, ο οποίος δεν οφείλεται εις το μίσος των χωρικών κατά των αγριμιών, αλλά εις μίαν ισχυράν λαϊκήν πρόληψιν. Το δέρμα του είναι πολύτιμον ως προφυλακτικόν κατά της βα­σκανίας. Γνωρίζετε εξ άλλων λαογραφικών μελετών ότι η βασκανία, «το κακό μάτι», είναι ο φόβος και ο τρόμος των χωρικών της Ελλάδος. Τρέμουν τους ανθρώπους εις τους οποίους διάφοροι συμπτώσεις απέδωκαν την φήμην του «κακού ματιού». Προχθές μου έλεγε κάποιος γεωργός, ότι τα σπαρτά του ήταν περί­φημα έως την ώρα που επέρασε απ’ εκεί το «κακό μάτι» ενός χωριανού του. Του έρριψε χολέραν εις τα σπαρτά του, τα κλήματά του, εις τις ροδακινιές του και δεν κατώρθωσε να την σταματήση ούτε με αγιασμούς, ούτε με εξορκισμούς.

Προφυλακτικήν δύναμιν κατά της βασκανίας έχουν το δόντι του αγριόχοιρου, το κεχριμπάρι, το σκόρδο, αι τρίχες του λύκου και της αρκούδας και το δέρμα του Έσβου. Διά τούτο όταν προ μηνός έφεραν εις το καφενείον τον Έσβον, η πρώτη σκέψις των χωρικών ήτο να διαμελίσουν το δέρμα του. Ενώ λοιπόν ηπειλείτο ο πτωχός από ένα τοιούτον άγριον θάνατον, τον εζήτησα με την πρόφασιν ότι έχομεν χρέος να τον χαρίσωμεν εις τον Ζωολογικόν Κήπον και έκτοτε τον δια­τρέφω εγκάθειρκτον εις ένα πρώην δημαρχικόν γραφείον, δίχως καμμίαν πρόθεσιν να συμβολίσω την ανάλογον πολυφαγικήν δύναμιν των αγροτικών δημάρχων.

Το βέβαιον είναι ότι έχει ευμορφιάν. Η κεφαλή του, επιμήκης ως του χοίρου, είναι ασπρόμαυρη, με κάτι μικρά εξυπνότατα μάτια. Το δέρμα του τριχωτόν, ως το της αλεπούς, με την οποίαν ομοιάζει και εις τα πόδια. Δεν είναι ακόμη ενός έτους και έχει ανάστημα μεγάλου λαγού. Τρώγει ψωμί όλων των ειδών και προτιμά το σιταρίσιο. Παίρνει εύκολα θάρρος - έφαγε μόλις τον έφεραν εις το καφενείον - και κοιμάται πολύ, τόσον πολύ, ώστε πολλάκις τον εξυπνώ να του δώσω τροφήν.

Εάν ο Ζωολογικός Κήπος δεν τον χρειάζεται, ευ­χαρίστως τον δωρώ εις όποιον τον ζητήση, κατά προτίμησιν πάντοτε εις την νεοσύστατον Εταιρείαν των Ζωοφίλων. Μέχρις Αγρινίου, το οποίον απέχει εντεύθεν 22 ώρας, τον στέλλω ελεύθερον παντός τέλους, όχι όμως και ασφαλισμένον εκ των εν τω μεταξύ χω­ρικών, οι οποίοι, όπως είπα, θεωρούν το δέρμα του πολύτιμον κατά της βασκανίας, το δε κρέας του φάρμακον κατά διαφόρων ζωικών ασθενειών. Μήπως τον χρειάζεται κανείς συνάδελφος διά να μη τον πιάνη κακό μάτι; 

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2018

"Κατάρα στους τρανούς π' όλ΄ αδικούν..."



Ο γερο - Τόλης

Πως να τα φέρει βόλτα ο γερο Τόλης
φαμίλεψε ο φουκαράς - φτώχια πολλή.
Το νοίκι, το ψωμί, τι να προφτάσει;
Το μεροκάματο λειψό. Παλιοζωή!

Μάζεψε τα παιδάκια του το βράδυ
τους έλεγε για τους κακούς που ΄ναι πολλοί
την κάθε μέρα του που πέρναγε σκληρή
κι υπνώναν θεονήστικοι στ' απλάδι.

Συχάθηκε κι απόκανε μια μέρα.
- Κατάρα στους τρανούς π' όλ' αδικούν.
Φύτεψε στο κεφάλι του μια σφαίρα
οι στράτες τους καημούς του αποκρατούν. 


(επίκαιροι στίχοι... από παλιά - του Κερασοχωρίτη Ευρυτάνα ποιητή Γιάννη Μεριγγούνη)


Σάββατο, 10 Μαρτίου 2018

"Η ΠΕΕΑ τ' αγώνα παιδί..." !

Ευρυτανία 1944 : τότε που φλογίζονταν το όραμα και άνθιζε ο νέος κόσμος... 

Πριν από 74 χρόνια, στις 10 Μαρτίου 1944, στη Βίνιανη της ανταρτομάνας Ευρυτανίας συγκροτείται η λαϊκοδημοκρατική εξουσία με την περίφημη "Κυβέρνηση του Βουνού" (ΠΕΕΑ)! 

Για πρώτη φορά στη νεότερη ιστορία οι καταπιεσμένοι τολμούν το δικό τους άλμα με φωτεινό όραμα μια νέα Ελλάδα της λευτεριάς και της προκοπής με το Λαό κυρίαρχο κι αφέντη στον τόπο του! 

Εμείς οι Ευρυτάνες νιώθουμε περήφανοι που σε τούτα τα αδούλωτα βουνά μας πρωτάνθισε το λουλούδι της Αντίστασης και της Ελευθερίας! 

Τιμούμε την επέτειο παραθέτοντας τον Ύμνο της ΠΕΕΑ του αγωνιστή μουσικοσυνθέτη Αλέκου Ξένου (1912-1995). Ερμηνεύτηκε εδώ στην Ευρυτανία από μία χορωδία ανταρτοΕΠΟΝΙΤΏΝ και τη μπάντα της ΧΙΙΙ Μεραρχίας του ΕΛΑΣ (με εφτά μουσικά όργανα), υπό τη διεύθυνση του ίδιου του Α. Ξένου: 


Από τη στάχτη βγαίνεις ξανά
ίδια γεννιέσαι πάντα νέα
με τη σημαία της ΠΕΕΑ
με τα βλαστάρια τα γενναία.

Ρούμελη, Θράκη, Κρήτη, Μοριάς
Μακεδονία, Θεσσαλία,
στέλνουν τους γιους σου της λευτεριάς
γεμάτους δύναμη και υγεία.

Του Ρήγα ο σπόρος φούντωσε πια
έγινε φως, χαρά κι ελπίδα
να, οι αντάρτες από τα βουνά
των σκλάβων σπάν' την αλυσίδα
(μας λευτερώνουν την πατρίδα).

Η ΠΕΕΑ τ' αγώνα παιδί
τη λαϊκή ορμή φωτίζει
με τους συμμάχους όλοι μαζί
στη νέα μέρα που ροδίζει
(Εμπρός και ο νέος κόσμος ανθίζει). 


ΥΓ. Διαβάστε και το πλήρες αφιέρωμα του blog μας "κλικάροντας" στον παρακάτω τίτλο:




Κυριακή, 4 Μαρτίου 2018

Ο κομματάρχης !


Καταχωνιασμένο σε κάποιο ράφι της βιβλιοθήκης του πατρικού μας σπιτιού, κιτρινισμένο από τον καιρό, καρτερούσε κι αυτό με στωικότητα "το πλήρωμα του χρόνου" για... τη δική του ιχνηλασία! Πρόκειται για το ολόδροσο βιβλίο του αείμνηστου Ευρυτάνα λογοτέχνη Δημοσθένη Γ. Γούλα με τίτλο: "Οι χωριανοί μου" (εκδ. Στέφανος Δ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 1978) το οποίο αποτελεί ανατύπωση, με μικρές προσθήκες, τής πρώτης έκδοσης του 1953 που είχε σημειώσει λαμπρή επιτυχία! Στις σελίδες του ο Δημοσθένης Γούλας παρουσιάζει διάφορους χαρακτηριστικούς τύπους της εποχής του (π.χ. παπά, δάσκαλο, χωροφύλακα, μυλωνά, χτίστη, δικολάβο, βουλευτή, ζωοκλέφτη κλπ). Τριάντα μοναδικά ηθογραφικά πορτραίτα με μία απίστευτα γλαφυρή γραφή που εν πολλοίς θυμίζει Στέφανο Γρανίτσα.

Το εν λόγω βιβλίο προλόγιζε ο σπουδαίος Ρήγας Γκόλφης, ενώ το είχαν εγκωμιάσει και οι: Γιάννης Σκαρίμπας, Ν. Βρεττάκος, Φώτης Κόντογλου, Μπάμπης Κλάρας (αδερφός του Άρη Βελουχιώτη), Δημήτρης Σταμέλος, καθώς και πολλοί ακόμη διακεκριμένοι άνθρωποι των γραμμάτων!

Ο Δημοσθένης Γούλας (1916-1990) ξεκίνησε φτωχό ορφανό παιδί από το χωριό του τη Γρανίτσα Ευρυτανίας, ιδιαίτερη πατρίδα των Ζαχαρία Παπαντωνίου και Στέφανου Γρανίτσα. Με βαρύ βιογραφικό ανωτάτων σπουδών στην Ελλάδα και υποτροφίες στο εξωτερικό, σταδιοδρόμησε σε υψηλές θέσεις της δημόσιας διοίκησης. Δεν ξέχασε όμως ποτέ το χωριό του που υπεραγαπούσε και μάλιστα δραστηριοποιούνταν επί μακρόν στα κοινά ως συνιδρυτής της Αδελφότητας Γρανιτσιωτών. Παρουσίασε σημαντικό συγγραφικό έργο στο οποίο θα αναφερθούμε αναλυτικότερα μελλοντικά.  

Το blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης" σάς παρουσιάζει σήμερα ένα κεφάλαιο από το προαναφερθέν βιβλίο (συλλεκτικό πλέον) που αναφέρεται σε έναν γνωστό καθεστωτικό και... αειθαλή τύπο, τον κομματάρχη!!! Κάθε σύγκριση με το σήμερα είναι μάλλον παρωχημένη (;)

Σας αφήνουμε να το απολαύσετε (διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτοτύπου): 

====================

Ο ΚΟΜΜΑΤΑΡΧΗΣ

Είναι η μεγαλύτερη πληγή των χωρικών. Ο άνθρωπος που τα εκμεταλλεύεται όλα: Τη φτώχεια, τον εγωισμό, την αμάθεια. Οι καλοκάγαθοι χωρικοί τον κοιτάν μ' αληθινό δέος. Παραμερίζουν για να περάσει. Σηκώνονται για να κάτσει. Ο λόγος του είναι δόγμα. Δεν επιδέχεται αντίρρηση. Παλιότερα είχαν πιότερη πέραση. Ήταν οι ουσιαστικοί εξουσιαστές της τύχης των χωριών. Και μαζί με τους χωρικούς, ένιωθαν δέος κι οι κρατικοί υπάλληλοι. Ο ειρηνοδίκης, ο σταθμάρχης της χωροφυλακής, ο δάσκαλος. Γιατί μπορεί να κάπνιζε του κομματάρχη να τηλεγραφήσει στην πρωτεύουσα και να τα μαζέψει ο δύσμοιρος για την άλλη γωνιά της Επικράτειας. Τα τηλεγραφήματα και τα γράμματα προς την Αθήνα πήγαιναν κι έρχονταν σαν τις σαΐτες του αργαλειού. 

Σήμερα ακόμα διατηρούν ένα ελάχιστο της παλιάς τους αίγλης, αλλά πέσαν και λιγόστεψαν πια τα τζάκια. Και κατά συνέπεια κι οι τρουβάδες με τα πεσκέσια είναι τώρα αναιμικοί και σπάνιοι. 

Θα τους συναντήσουμε ξανά, αλλά κάπου αλλού: Προέδρους στις κοινότητες ή στις επιτροπές διανομών. Δεν είναι δα και μυστικό πως όσο βαρύτερος ο τρουβάς, τόσο εγκαρδιώτερο το καλωσόρισμα. Γιατί ο κομματάρχης έχει επιρροή σε μια σειρά από χωριά. Αφήνω βέβαια τους κομματαρχίσκους των χωριών πούχουν κι αυτοί τουπέ κάμποσων Μέττερνιχ, ωστόσο όμως λιγότερη δύναμη και κάμουν κακό.

Οι κομματάρχες. Οι αιτίες τόσων κακών. Χωρισμένα τα χωριά, ανάλογα με τον αφέντη που προσκυνούν. Κι αλωνίζουν σαν έρθουν στα πράματα οι μισοί για να καρτερούν κι οι άλλοι μισοί τη σειρά τους. Κι είναι στο σημείο αυτό αξιέπαινοι, γιατί αναμένουν με αισιοδοξία και καρτερία τη σειρά τους.

Για τους ισχυρούς αυτούς της ημέρας, επιτρέπεται να ξεχερσώνουν κόβοντας ελάτια, νάναι διαιτητές των διαφορών και να κάνουν οποιαδήποτε πράξη νόμιμη ή παράνομη.

Οι κακές γλώσσες λένε πως οι κομματάρχες υπόθαλπαν κιόλας κλέφτες και ληστές. Κι είναι χαρακτηριστικό πως τα σπίτια τους έχουν και τη λεγόμενη... πίσω πόρτα, για κάτι νυχτερινές επισκέψεις τόσο προσοδοφόρες.

Λέει κανένας πως αυτοί οι άνθρωποι δεν πόνεσαν για τις ανάγκες και δεν έζησαν τα όνειρα του τόπου τους. Μην πιστέψετε πως χρησιμοποίησαν ποτέ τη δύναμή τους να φροντίσουν για την υγεία του χωριού, για δρόμους, για γιοφύρια κλπ.

Ήθελαν τον κόσμο αγράμματο στο βούρκο της αμάθειας. Γιατί εκεί μπορούσαν να αναπνέουν ελεύθερα. Όπως η νυχτερίδα στο σκοτάδι των ερειπίων. Κι είναι σωστά τα λόγια του κομματάρχη που του ζήταγαν να μεσολαβήσει για το χτίσιμο ενός σχολείου, κι αυτός απαντούσε:

-Μην το ζητάτ' αυτό. Είναι σαν να μου λέτε να σκάψω το λάκκο μου...

Λόγια γιομάτα κυνική ειλικρίνεια.

Το πόσο είναι προσκολλημένοι οι χωρικοί μας στους κομματάρχες, τόνοιωσα συζητώντας κάποτε μ' ένα Λεπιανίτη.

-Ποιόν ψήφιζες; 

-Που να ξέρου. Όποιον ψήφι'ζι ου Βασίλ'ς τ' παππά. Αυτός μούδωνε το ψηφοδέλτιου στου φάκιλλου... (εννοούσε τον κομματάρχη του χωριού).

Άλλοι χωρικοί γυρνόφερναν με τον αέρα. Πήγαιναν πάντα με τους ισχυρούς. 'Ελλειψη πολιτικής συνείδησης θα πήτε. Αυτοί όμως λένε:

-Πάρ' τούν έναν, χτύπα τούν άλλουν. Ορέ να κάνου τ' δ 'λειά μ'  μια βουλά...


                                                            
Άς πουμε τώρα και μια ιστοριούλα. Όχι τόσο για να γελάσουμε, όσο για να σκεφτούμε το χωρικό που, κατ' εξαίρεση βέβαια, ανταποδίδει κι αυτός τα ίδια στους εκλεκτούς του.

Γίνονταν εκλογές δημοτικές στη Γρανίτσα. Τότε που ήταν κάθε 10-15 χωριά κι ένα δημαρχείο. Τα σπίτια των δυό υποψηφίων ήταν τόνα κάτω απ' τ΄ άλλο. Ένας χωριανός μου, νομίζοντας πως θα κέρδιζε ο Γρανίτσας, πήγε μ' εκείνον. Γύριζε στη σούβλα τ' αρνιά, γλεντοκόπαγε κι έτρωγε στο σπίτι του δυο-τρείς μέρες μαζί μ΄ένα σωρό άλλους. 

Ήρθε η μέρα των εκλογών και βγήκαν κατά τη νύχτα τ' αποτελέσματα. Ο φίλος μας μούδιασε. Πετάει ένα κοψίδι κρέας που κράταγε στα χέρια του και πηδά κάτου στο σπίτι του Μηλιά που κέρδισε, φωνάζοντας δυνατά κι ενώ τα χνώτα του μύριζαν Γρανιτσέικο κρασί:

-Το πήραμε μωρέ το πήραμε. (Εννοούσε το Δημαρχείο).

Και δόστου αγκαλιές τον καινούργιο Δήμαρχο. Θα χαίρονταν βλέπετε μαζί του την εξουσία τέσσερα χρόνια.

Από τότες έμεινε κλασικό για τους... παπατζήδες αυτό: "το πήραμε μωρέ το πήραμε".

Τα τρικούβερτα γλέντια ήταν συνήθεια προεκλογική για όλους και μετεκλογική για έναν. Ένας Ευρυτάνας πολιτικός, για τους αντιπάλους του, έλεγε χαρακτηριστικά:

-Αφήστε τα βιολιά να βαράνε στον πέρα μαχαλά και να πανηγυρίζουν οι αντίπαλοί μου. Την Κυριακή το βράδι θα τα πάρω εγώ και θα τάχω για τέσσερα χρόνια.


'Οταν έρχεται στην Αθήνα ο κομματάρχης θρονιάζεται στο σπίτι του βουλευτή και μπαινοβγαίνει με τον αέρα του νοικοκύρη. Κι αν τύχει ο φίλος του νάναι κι Υπουργός, δεν ξεκολλάει απ' το γραφείο του πριν τελειώσει όλες τις δουλειές του, ακόμα κι όταν ο Υπουργός συζητάει σοβαρές υπηρεσιακές υποθέσεις.

Με περηφάνεια κάποτε μου διηγούνταν ένας συμπατριώτης μου κομματάρχης πως ο αρχηγός του στην Αθήνα τον συνέστησε σε μεγάλα πρόσωπα ως τον "κράτιστον των κομματαρχών του εις την Επαρχίαν".

Αυτοί είναι οι κομματάρχες. Οι άνθρωποι που υπόσχονται πολλά και δεν εκτελούν τίποτα, όπως έλεγε ο μακαρίτης ο Λουκόπουλος.

Χάνουν όμως, σιγά-σιγά την επιρροή τους. Η αίγλη τους όλο βασιλεύει και εξαφανίζεται, ενώ οι χωρικοί μας αποχτούνε πιότερη πίστη στον ευατό τους.

Ωστόσο όμως αυτοί μένουν οι ίδιοι: Τετραπέρατοι όπως είναι, εννοούν να κρατήσουν τα σκήπτρα όσο μπορούν, ως τα τελευταία τους.