Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

Η αξία της συμμετοχής!



«Πες μου και θα το ξεχάσω. Δείξε μου και μπορεί να μην το θυμάμαι.

Κάνε με να συμμετάσχω και θα το καταλάβω!»


(Ινδιάνικη ρήση)



Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

Από εμάς...

Η φετινή μας "εορταστική κάρτα"

Εγκάρδιες ευχές στους αναγνώστες του blog 
και σε όλο τον κόσμο.
Υγεία-Δύναμη-Ψυχή βαθιά!

ΥΓ: Μπορείτε να διαβάσετε και εδώ! - Χωριάτικα Χριστούγεννα


Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2016

Μην πάω ξαρματωμένος...

Ο μπάρμπα-Τσεκούρας, ο γηραιότερος αντάρτης του ΕΛΑΣ, στα βουνά της Λεύτερης Ελλάδας! (φωτο: Σπύρος Μελετζής)



Τα γερατειά κι αν μου ‘κοψαν τη μέση, μα θ’ απλώσω
το χέρι μου γερό,
την ασημιά τη δόξα σου κορμί να σ’ αρματώσω,
σαν τον παλιό καιρό.
Μπαίγνιο του χάρου, σκιάζουμαι, μην πάω ξαρματωμένος,
και κρίμα μού σταθεί,
Στο κάστρο εγώ πως ήμουνα μονάχα ο ντροπιασμένος
κι είχα ξαρματωθεί.


[Ποίημα που γράφτηκε στα 1921 από τον ποιητή μας Θανάση Κυριαζή (1887-1950)
ο οποίος έλκει την καταγωγή του από τον Προυσό Ευρυτανίας]


ΥΓ: Δείτε επίσης εδώ και εδώ

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

Έτσι ξαπόστειλαν οι Τοπολιανίσιοι τον... Μαυρογιαλούρο!


Tα Τοπόλιανα της Ευρυτανίας είναι πασίγνωστα για το ευρηματικό χιούμορ των κατοίκων τους. Τούτοι οι ορεσίβιοι… αριστοφανικοί διαόλοι άφησαν εποχή με τις φάρσες και τα χουνέρια που, ανέκαθεν, σκάρωναν στους ανυποψίαστους επισκέπτες. Ιδιαίτερη “αδυναμία” είχαν όμως οι Τοπολιανίσιοι στους εκπροσώπους του Κράτους και των Θεσμών! Πολιτικάντηδες, δεσποτάδες, χωροφύλακες και φοροεισπράκτορες βρήκαν το μάστορά τους (βλ. και εδώ!).

Το περιστατικό που θα σας διηγηθεί σήμερα ο "Ευρυτάνας ιχνηλάτης" δεν είναι μυθοπλασία, αλλά αληθινό γεγονός που συνέβη πολύ παλιότερα στα Τοπόλιανα. Μάλιστα θυμόμαστε ότι το είχε καταγράψει, με το δικό του τρόπο, και ο αλησμόνητος Ευρυτάνας αγωνιστής Γεωργούλας Μπέικος, ο εμπνευστής του περίφημου “Κώδικα Ποσειδώνα” της Αντίστασης (βλ. εδώ).

Πάμε, λοιπόν, να ξετυλίξουμε το νήμα της διήγησής μας πολλά-πολλά χρόνια πριν (πιθανώς προπολεμικά): Τότε, που λέτε, περιόδευαν στην περιοχή τα περιβόητα “κολάρα”! Έτσι αποκαλούσαν περιπαιχτικά τους παλαιοκομματικούς καθεστωτικούς πολιτικάντηδες που γυρνοβολούσαν στα ξεχασμένα ορεινά χωριά προς άγραν ψήφων και μετά τις εκλογές έλαμπαν δια… της απουσίας τους. Ένας από αυτούς, πρώην εισαγγελέας και νυν υποψήφιος, έκανε το λάθος να περάσει με την κουστωδία του από αυτό το χωριό που, βυθισμένο όπως κι όλα τ’ άλλα στη φτώχια και την αναπαραδιά, δεν καλοέβλεπε τους  “Μαυρογιαλούρους” της εποχής!

Παρήγγειλε ο πολιτικάντης να μαζευτούν οι ντόπιοι στην πλατεία «δια να ομιλήσει εις τους χωρικούς», όπως και έγινε. Πρόθυμοι οι Τοπολιανίσιοι, αλλά και συνεννοημένοι όπως πάντα, παρατάχτηκαν ενώπιον του “σωτήρος” σχηματίζοντας ένα μισοφέγγαρο-ημικύκλιο μπροστά από τον αγορητή. Έτσι στέκονταν, κάπως γυρτοί και με τα πόδια… μισάνοιχτα, φορώντας ανάρριχτα τις κάπες τους και ακουμπώντας ράθυμα πάνω στις γκλίτσες τους! Μπροστά-μπροστά πρώτος και καλύτερος ο αρχιδιάολος του χωριού ο Κώτσος ο Νταβαρίνος.

Ξεκίνησε ο ψηφοθήρας ρήτορας με… τους απαραίτητους ξερόβηχες και τις καθιερωμένες γαλιφιές: «είμεθα ευτυχείς που επισκεπτόμεθα το ιστορικόν χωρίον σας» κλπ, κλπ και συνέχισε το λογίδριό του αραδιάζοντας υποσχέσεις επί υποσχέσεων στους χωρικούς οι οποίοι παρακολουθούσαν ανέκφραστοι σκαλίζοντας, τάχα αμήχανα τάχα αφελώς, το χώμα με τις μύτες από τις γκλίτσες τους.



(Σε αυτό το σημείο της διήγησής μας θα κάνουμε μια μικρή παρένθεση για να σας εξηγήσουμε ότι, σύμφωνα με την ορεσίβια συνήθεια, όταν κατά τη διάρκεια της ομιλίας ενός μουσαφίρη η γκλίτσα του νοικοκύρη σκαλίζει διακριτικά το χώμα με κατεύθυνση “προς τα μέσα” αυτό σημαίνει αποδοχή των λεγομένων του επισκέπτη, ενώ αντίθετα όταν η γκλίτσα σέρνεται “προς τα έξω” υπονοεί απόρριψη. Οι δε Σαρακατσάνοι είχαν σκαρφιστεί κι ένα άλλο παρόμοιο “κόλπο” όταν έρχονταν οι ζωέμποροι για να διαπραγματευτούν τις τιμές για τα ζωντανά τους. Όσο ο τσέλιγκας συνομιλούσε με τον έμπορα, οι άλλοι από κάτω πελέκαγαν, τάχα αδιάφορα, με τα σουγιαδάκια τους κάποιο λιανόξυλο. Αν το πελέκαγαν προς τη μέσα μεριά έδιναν “το σήμα” ότι συμφωνούσαν με την προτεινόμενη τιμή, αν όμως το πελέκαγαν προς τα έξω σήμαινε «πάρε πόδι»! Οπότε και ο επικεφαλής τους έδινε την ανάλογη απάντηση).



Δώστου λοιπόν να λέει και να ξαναλέει με στόμφο ο κουτοπόνηρος γραβατάκιας, να βγάζει πύρινους λόγους και να τάζει λαγούς με πετραχήλια. Τι πρατήρια θα σας φτιάξουμε, τι γιοφύρια, τι σχολεία μέχρι και… παιδιά θα σας κάνουμε!!! Οι Τοπολιανίσιοι όμως εκεί, αμίλητοι κι ασάλευτοι σαν το παγωμένο χιόνι, μήτε χειροκρότημα κέρναγαν τον ομιλητή, μήτε ζητωκραυγές. Τίποτα… σφήγκες! Μονάχα που και που ο Κώτσος, ο επικεφαλής, έξυνε, δήθεν τυχαία, τα… αχαμνά του.

Ανοιχτομάτης όμως κι ο πολιτικάντης αντιλήφθηκε τι συμβαίνει κι άναψε και κόρωσε. Έσιαξε τη γραβάτα του, έβγαλε και το μαντήλι να σκουπίσει τον ιδρώτα του, αλλά και τι να κάνει; η ανάγκη βλέπετε, οπότε ξανάπιασε το ποίημα. Μόνο που τώρα από τις υποσχέσεις πέρασε σιγά-σιγά και στις φοβέρες: «Άμα δεν ψηφίσετε θα υπάρξουν συνέπειες εις τον τόπον σας», «φερθείτε ώριμα, ειδάλλως… πρατήριο γιοκ». Και συνέχιζε στο ίδιο τροπάρι: «γιοκ γιοφύρι», «γιοκ σχολείο», γιοκ το ένα, γιοκ το άλλο!



 Ώσπου κατέληξε και στο δια ταύτα όπως όλοι οι όμοιοι του:

-«Τι λέτε συμπατριώται θα ψηφίσετε ή όχι, να το ηξεύρωμεν, άλλως… »!  

Οι Τοπολιανίσιοι τσιμουδιά, εκεί σκυφτοί βάλθηκαν να… παιδεύουν το χώμα με τις γκλίτσες τους!

Τότε παίρνει το λόγο κι ο Νταβαρίνος που γυρνώντας τα οπίσθιά του στους καλεσμένους απευθύνθηκε στους συντοπίτες του :

-«Τον άκσατε ουρέ χουργιανοί, κινδινεύετι να πάθετι πουλλά, τι θα κάμετι;» έκανε πονηρά.

-«Ότι πεις ισύ Κώτσιου» αποκρίθηκαν ομόφωνα οι άλλοι σπρώχνοντας με τρόπο τις γκλίτσες τους “προς τα έξω”!

Κι ο Κώτσος, αφού λοξοκοίταξε “τα σήματα” από τα γκλιτσόξυλα, έδωσε την απάντηση ατάκα και επί τόπου:

-«Ιγώ κυρ’ πολιτικέ μ’, σ’ λέου ότι είσι κι συ σαν τ’ν χολέρα. Άμα κουλλήσει στουν κουσμάκη οι μισοί πάνε απ’ τ’ν αρρώστια κι οι άλλοι μισοί διαβαίνε απ’ του φόβο τς’».

Χλόμιασε ο Μαυρογιαλούρος, στέγνωσε το σάλιο του…

Αλλά ο Κώτσος απτόητος:

-«Γι’ αφτό για ούλα όσα έταξις και για όσα φουβερίζ'ς, ιγώ λέου… στ’  αρχι@@@  μ’»!!!

-«Κι μείς στα θ’κά μας και μι του συμπάθειου αρχουντάδες» είπαν κι οι υπόλοιποι και προχώρησαν μεγαλόπρεπα στη χαρακτηριστική κίνηση σηκώνοντας ψηλά το ένα χέρι το οποίο εν συνεχεία διέγραψε εναέρια την καμπύλη από… την κατσούλα της κάπας μέχρι… τα ανοιχτά σκέλια τους!

Κι έμειναν εκεί με την τεντωμένη παλάμη να δείχνει τα… προπατορικά τους, ώσπου ο χαρτογιακάς Μαυρογιαλούρος και οι παρατρεχάμενοί του τα μάζεψαν και γίνηκαν καπνός!