Παρασκευή, 27 Απριλίου 2018

"Θέλω τ᾿ αψήλου ν᾿ ανεβώ ν᾿ αράξω θέλω, αητέ μου"!

Με το βλέμμα της ψυχής στ' Αγραφιώτικα αητολημέρια...

"Στο Σταυραητό" 

Ἀπὸ μικρὸ κι ἀπ᾿ ἄφαντο πουλάκι, σταυραητέ μου,
παίρνεις κορμὶ μὲ τὸν καιρὸ καὶ δύναμη κι ἀγέρα
κι ἁπλώνεις πῆχες τὰ φτερὰ καὶ πιθαμὲς τὰ νύχια
καὶ μέσ᾿ στὰ σύγνεφα πετᾶς, μέσ᾿ στὰ βουνὰ ἀνεμίζεις
φωλιάζεις μέσ᾿ στὰ κράκουρα, συχνομιλᾶς μὲ τἄστρα,
μὲ τὴν βροντὴ ἐρωτεύεσαι, κι ἀπιδρομᾶς καὶ παίζεις
μὲ τἄγρια ἀστροπέλεκα καὶ βασιλιᾶ σὲ κράζουν
τοῦ κάμπου τὰ πετούμενα καὶ τοῦ βουνοῦ οἱ πετρίτες.

Ἔτσι ἐγεννήθηκε μικρὸς κι ὁ πόθος μου στὰ στήθη,
κι ἀπ᾿ ἄφαντο κι ἀπ᾿ ἄπλερο πουλάκι σταυραητέ μου,
μεγάλωσε, πῆρε φτερά, πῆρε κορμὶ καὶ νύχια
καὶ μοῦ ματώνει τὴν καρδιά, τὰ σωθικά μου σκίζει
κι ἔγινε τώρα ὁ πόθος μου ἀητός, στοιχειὸ καὶ δράκος
κι ἐφώλιασε βαθιὰ - βαθιὰ μέσ᾿ στ᾿ ἄσαρκο κορμί μου
καὶ τρώει κρυφὰ τὰ σπλάγχνα μου, κουφοβοσκάει τὴν νιότη.

Μπεζέρισα νὰ περπατῶ στοῦ κάμπου τὰ λιοβόρια.
Θέλω τ᾿ ἀψήλου ν᾿ ἀνεβῶ ν᾿ ἀράξω θέλω, ἀητέ μου,
μέσ᾿ στὴν παλιά μου κατοικιά, στὴν πρώτη τὴ φωλιά μου,
θέλω ν᾿ ἀράξω στὰ βουνά, θέλω νὰ ζάω μ᾿ ἐσένα.
Θέλω τ᾿ ἀνήμερο καπρί, τ᾿ ἀρκούδι, τὸ πλατόνι,
καθημερνή μου κι ἀκριβὴ νὰ τἄχω συντροφιά μου.
Κάθε βραδούλα, κάθε αὐγή, θέλω τὸ κρύο τ᾿ ἀγέρι
νἄρχεται ἀπὸ τὴν λαγκαδιά, σὰν μάνα, σὰν ἀδέρφι
νὰ μοῦ χαϊδεύει τὰ μαλλιὰ καὶ τ᾿ ἀνοιχτά μου στήθη.

Θέλω ἡ βρυσούλα, ἡ ρεματιά, παλιὲς γλυκές μου ἀγάπες
νὰ μοῦ προσφέρνουν γιατρικὸ τ᾿ ἀθάνατα νερά τους.
Θέλω τοῦ λόγγου τὰ πουλιὰ μὲ τὸν κελαϊδισμό τους
νὰ μὲ κοιμίζουν τὸ βραδύ, νὰ μὲ ξυπνοῦν τὸ τάχυ.
Καὶ θέλω νἄχω στρῶμα μου, νἄχω καὶ σκέπασμά μου
τὸ καλοκαίρι τὰ κλαδιὰ καὶ τὸν χειμώ᾿ τὰ χιόνια.

Κλωνάρια ἀπ᾿ ἀγριοπρίναρα, φουρκάλες ἀπὸ ἐλάτια
θέλω νὰ στρώνω στοιβανιὲς κι ἀπάνου νὰ πλαγιάζω,
ν᾿ ἀκούω τὸν ἦχο τῆς βροχῆς καὶ νὰ γλυκοκοιμιέμαι.

Ἀπὸ ἡμερόδεντρον ἀητέ, θέλω νὰ τρώω βαλάνια,
θέλω νὰ τρώω τυρὶ ἀλαφιοῦ καὶ γάλα ἀπ᾿ ἄγριο γίδι.
Θέλω ν᾿ ἀκούω τριγύρω μου πεῦκα κι ὀξιὲς νὰ σκούζουν,
θέλω νὰ περπατῶ γκρεμούς, ῥαϊδιά, ψηλὰ στεφάνια,
θέλω κρεμάμενα νερὰ δεξιὰ ζερβιὰ νὰ βλέπω.
Θέλω ν᾿ ἀκούω τὰ νύχια σου νὰ τὰ τροχᾶς στὰ βράχια,
ν᾿ ἀκούω τὴν ἄγρια σου κραυγή, τὸν ἴσκιο σου νὰ βλέπω.
Θέλω, μὰ δὲν ἔχω φτερά, δὲν ἔχω κλαπατάρια,
καὶ τυραννιέμαι, καὶ πονῶ, καὶ σβυιέμαι νύχτα μέρα.

Παρακαλῶ σε, σταυραητέ, γιὰ χαμηλώσου ὀλίγο
καὶ δῶσ᾿ μου τὲς φτεροῦγες σου καὶ πάρε με μαζί σου,
πάρε με ἀπάνου στὰ βουνά, τὶ θὰ μὲ φάῃ ὁ κάμπος!

(του ποιητή των βουνών Κώστα Κρυστάλλη, 1868-1894)



Τετάρτη, 25 Απριλίου 2018

Αφιερωμένο σε όσους αρνούνται να... "ξεβλαχέψουν"!

Φωτογραφία του αείμνηστου Τάκη Τλούπα

Βαρέθηκα! Βαρέθηκα! Της πολιτείας το σάλαγο·
της δόξας της αδιάντροπης τ' ανάξια στεφανώματα.
Εγώ είμαι χωριατόπουλο γερό κι αθώο κι αμάλαγο,
μ' ένα μικρό απ' τα πιο μικρά και τιποτένια ονόματα.

Kι εγώ είμαι ένα βλαχόπουλο της στάνης και της έρημου,
με μια φλογέρα στ' ανοιχτό, ριχτό μανικοκάπι μου,
πότε να κλαίω στις μοναξιές τ' ανήμερο κεντέρι μου,
πότε να τραγουδώ γλυκά στις στρούγκες την αγάπη μου. 

[ Στίχοι του ποιητή Θανάση Κυριαζή (1887-1950) με καταγωγή από τον Προυσό Ευρυτανίας ]


blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Δευτέρα, 23 Απριλίου 2018

Αρματωμένες μνήμες!

Τα άρματα του Καραϊσκάκη στο Μουσείο της Μονής Προυσού -κρησφύγετου του καπετάνιου- στην Ευρυτανία!

Στις 23 Απρίλη 1827, ανήμερα της ονομαστικής του γιορτής, αφήνει την τελευταία του πνοή ο αρχιστράτηγος της επανάστασης, o παλιός συμμαχητής του Κατσαντώνη και πρώην οπλαρχηγός Αγράφων Γιώργης Καραϊσκάκης, μετά από θανατηφόρο τραύμα που δέχθηκε στη βουβωνική χώρα καθώς προσπαθούσε να ελέγξει μία ανούσια μεμονωμένη συμπλοκή μεταξύ Κρητικών και Τούρκων στο Φάληρο. Το βόλι βρήκε τον καπετάνιο τη στιγμή που "βρισκόταν στο κέντρο της καβαλαρίας μας και ενώ ήταν περιτριγυρισμένος ολούθε... από δικούς μας" (καταγραφή Δ. Φωτιάδη)! Επιπλέον και η ίδια η φορά της δολοφονικής σφαίρας, από τα πλάγια κι εμπρός και από πάνω προς τα κάτω, μάλλον "μιλάει" και φανερώνει πάρα πολλά!

Οι εμφανώς ύποπτες συνθήκες θανάτου του Γ. Καραϊσκάκη σε συνδυασμό και με τη γνωστή κόντρα του με το μαφιόζικο σύστημα του Μαυροκορδάτου, έθεταν, από παλιά μέχρι σήμερα, ένα επίμονα διαχρονικό και βασανιστικό ερώτημα: από τι χέρι να πήγε άραγε ο "γιος της καλογριάς" και... ποιος το όπλισε;

Σημαίνοντες ιστοριογράφοι ερευνητές, λόγιοι και καταξιωμένοι συγγραφείς (βλ. Φωτιάδης, Βλαχογιάννης, Σταμέλος, Κορδάτος κ.ά) υποστηρίζουν ότι πλήθος στοιχείων οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο Καραϊσκάκης δεν πρέπει να λαβώθηκε από τον εχθρό αλλά από "προδοτικό βόλι" κάποιου πληρωμένου μπράβου της συνασπισμένης κλίκας του εγγλεζόδουλου Μαυροκορδάτου και των ξένων αφεντικών του, Κόχραν και Τσώρτς.

Εκείνοι επιζητούσαν να εξοντώσουν τον ενοχλητικό Καραϊσκάκη αφενός γιατί είχε έρθει σε ρήξη μαζί τους αντιδρώντας έντονα στα στρατιωτικά βρετανικά σχέδια που αποδείχθηκαν καταστροφικά (όπως φάνηκε στη συνέχεια με την ήττα στη μάχη του Ανάλατου) και αφετέρου διότι θεωρούσαν τον ανυπότακτο αγωνιστή ως "εν δυνάμει κίνδυνο" για το βρόμικο διπλωματικό παιχνίδι τους.

Η Αγγλική πολιτική, με μακρύ της χέρι τον Μαυροκορδάτο, επεδίωκε, σε εκείνη τη χρονική συγκυρία, να τελειώσει η επανάσταση στη Στερεά Ελλάδα, αποβλέποντας σε ένα ισχνό και ημιανεξάρτητο μεσογειακό ναυτικό κρατίδιο, που θα περιορίζονταν μόνο στο Μοριά και στις Κυκλάδες, και το οποίο, κάτω από τον απόλυτο έλεγχό της, θα εξυπηρετούσε μελλοντικά τα γεωστρατηγικά της συμφέροντα στην περιοχή!

Ο γραμματικός και βιογράφος του Καραϊσκάκη Δ. Αινιάν γράφει ότι ο ετοιμοθάνατος καπετάνιος εμπιστεύτηκε στους Χατζηπέτρο και Γρίβα πως : "...επληγώθη από το μέρος των Ελλήνων, ότι εγνώριζε τον αίτιον και ότι, αν ήθελε ζήση, ήθελε τον κάμει γνωστόν και εις το στρατόπεδον"!

Επίσης, σύμφωνα και με τον αγωνιστή του '21 Νικόλαο Κασομούλη, ο Καραϊσκάκης άφησε να εννοηθεί πως ήξερε τους φονιάδες του. Είναι δε χαρακτηριστικά τα τελευταία λόγια του προς τους συναγωνιστές του λίγο πριν ξεψυχήσει: "Γνωρίζω τον αίτιον, και αν ζήσω παίρνομεν όλοι το χάκι (σ.σ.εκδίκηση), ειδέ και πεθάνω, ας μου κλάσει τον π....ο και αυτός".

Στην άσβεστη μνήμη του Γ. Καραϊσκάκη καταθέτουμε μια χούφτα στίχους από ένα παραδοσιακό δημοτικό...  

"Τ' αντρειωμένου τ' άρματα 
δεν πρέπει να πουλιώνται,
μον' πρέπει τους στην εκκλησιά 
εκεί να λειτουργειώνται.
Πρέπει να κρέμουντ' αψιλά 
σ' αραχνιασμένο πύργο, 
να τρώει σκουριά το σίδερο 
κι η γης τον αντρειωμένο."


ΥΓ: Δείτε, επίσης, ένα σημαντικό και... ιδιαίτερα κατατοπιστικό αφιέρωμα!  

   

Σάββατο, 14 Απριλίου 2018

Έτσι επέζησα στη Νιάλα... (μαρτυρία)

Το μνημείο στη Νιάλα των Αγράφων 

Τον Απρίλη του 1947 στις άγριες χιονοσκέπαστες κορφές των Ευρυτανικών Αγράφων γράφτηκε η μεγάλη τραγωδία της Νιάλας (βλ. αφιέρωμα του "Ευρυτάνα ιχνηλάτη" ).

Ως συνεισφορά στις ηρωικές μνήμες του λαού μας παραθέτουμε μία πολύτιμη μαρτυρία του μαχητή του ΔΣΕ Χρυσόστομου Μπαζή που ιχνηλατήσαμε από το βιβλίο του με τίτλο: "από τα Άγραφα στο Γράμμο και στο Βίτσι" (εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή - 2006). Ο αγωνιστής του ΔΣΕ με συγκλονιστικό πραγματικά τρόπο περιγράφει την προσωπική του περιπέτεια: πως συμμετείχε στην ανάβαση προς τη Νιάλα, πως ξεκόπηκε από τη μονάδα του μέσα στη φοβερή χιονοθύελλα, αλλά και πως κατάφερε να διασωθεί αν και...  σκεπασμένος από τα χιόνια για ένα ολόκληρο μερόνυχτο!!!

===================

Ιδού η μαρτυρία του Χρυσόστομου Μπαζή:

"Πολλά ακούστηκαν και άλλα τόσα ακόμα γράφτηκαν για την τραγωδία της Νιάλας, μια συνάντηση, δύο φανατικών αντίπαλων εχθρών, σαν καλοί φίλοι και αδερφικά αλληλέγγυοι.

Όμως μόνο για μια βραδιά που αυτή θα μείνει ορόσημο χρονικά και σημείο αναφοράς ίσως για αιώνες, αφού οι στρατιώτες αισθάνονταν αδέλφια και οι κυβερνώντες εχθροί και αυτοί οδηγούν τους ανθρώπους στην αλληλοσφαγή στον αδυσώπητο Εμφύλιο σπαραγμό.

Διαβάζοντας κανείς την επιτυχημένη αφήγηση ιδιαίτερα στον άξιο αγωνιστή και συγγραφέα Β. Φυτσιλή (σ.σ. βλ. ντοκιμαντέρ), βρίσκεται ακριβώς στο πνεύμα και στην κατάσταση του Εμφυλίου της εποχής εκείνης 60 χρόνια πριν.

Εγώ δε θα προσθέσω γενικές διαπιστώσεις και καταστάσεις αλλά απλώς θα περιγράψω την προσωπική μου τραγωδία ως μικρογραφία ενός που ουσιαστικά πέθανε και αναστήθηκε μέσα σ' αυτήν την τραγωδία.

Μια μικρή εισαγωγή στην πολιτικο-στρατιωτική κατάσταση αρχές του Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου 1947. Το γενικό αρχηγείο του ΔΣΕ με αρχηγό τον Μάρκο Βαφειάδη, με εντολή του ΚΚΕ από το Βορά μεταφέρθηκε στη Νότια Ελλάδα, στην περιοχή των Αγράφων αρχίζοντας από το Σκρα και με συνεχείς μάχες έφτασε στην Καστανιά Καρδίτσας στη Νευρόπολη. Έτσι θα απαντούσαμε στον ΟΗΕ ότι ο ένοπλος αγώνας είναι προιόν της αντίστασης του λαού μας και όχι όπως αυτοί για τους δικούς τους λόγους προπαγάνδιζαν, για από βορά εισβολή κλπ.

Στην εποχή αυτή το πνεύμα του ΕΑΜ, ΕΛΑΣ και της ΕΠΟΝ κυριαρχούσε ακόμα στην καρδιά μας, τα αισθήματα δεν έσβησαν αλλά και κυρίως η αγριότητα των παντός τύπου Βουρλάκηδες, Σούρληδες και διάφοροι ληστοσυμμορίτες ενδυνάμωναν σε μεγάλο βαθμό την απόφαση για δυναμική αντίσταση. Και το αποτέλεσμα δεν άργησε να 'ρθει.

Μια ομάδα από το χωριό μου, όλοι ΕΠΟΝίτες, αναφέρω τα όνοματά τους: 1) Καραγιάννης Δημήτριος του Ιωάννη, ΕΛΑΣ, 2) Κατσάρας Στέφανος του Αποστόλου ΕΛΑΣ, 3) Σιακάρας Απόστολος του Κων/νου ΕΛΑΣ, 4) Παπακωνσταντίνου Κώστας του Βασιλείου, 5) Μπαζάνης Δημοσθένης του Θανάση, 6) Οικονόμου Αλκιβιάδης του Θανάση, ΕΛΑΣ, 7) Λιάπης Κώστας του Χρήστου, 8) Μπαζής Χρυσόστομος του Γεωργίου.

Ύστερα από τη μεταξύ μας συννενόηση και οργανωμένη απόφαση στις 14.3.1947 το βράδυ φεύγουμε για το βουνό, με κατεύθυνση προς την Καστανιά Καρδίτσας, και σε δύο μέρες μας κατέταξαν στο Τάγμα Σοφιανού, όλοι μας στο 2ο Λόχο, με Λοχαγό τον Απόστολο Τριανταφυλίδη από την Καστανιά Βεροίας, μοιράζοντάς μας σε τρεις διμοιρίες. Εγώ βρέθηκα στη διμοιρία του Υψηλάντη.


Πρέπει να σημειώσουμε ότι ακριβώς την εποχή αυτή αρχίζει η λεγόμενη εαρινή εκστρατεία του κυβερνητικού στρατού και πρώτος τους στόχος το Γενικό Αρχηγείο και το Τάγμα Σοφιανού, που ήταν η φρουρά του. 

Στις 1.4.1947 όταν βρισκόμασταν παρατεταγμένοι στα υψώματα μεταξύ χωριού Μεσενικόλα και Βουνέσι (Μορφοβούνι) μάθαμε για το θάνατο του Βασιλιά Γεωργίου Β' και μετά από 3-4 μέρες αρχίζουν οι επιχειρήσεις εναντίον μας. Πρώτη φορά το πυροβολικό από την Καρδίτσα μας βομβαρδίζει ακατάπαυστα και για πρώτη φορά ακούω επί ώρες να σφυρίζουν βλήματα βαρέως πυροβολικού στο κεφάλι μου. Είχα 9 βλήματα ατομικού ολμίσκου και τα έβαζα στο κεφάλι μου και σκεφτόμουν να σκοτωθώ παρά να τραυματιστώ. Η μάχη συνεχίζεται ως αργά το βράδυ, την άλλη μέρα περάσαμε από την άλλη πλαγιά του βουνού, αντίκρυ στη Νευρόπολη (τότε πεδιάδα, σήμερα λίμνη Πλαστήρα). Μετά από δυο μέρες περάσαμε τη Νευρόπολη και πιάσαμε αμυντική διάταξη από την άλλη πλευρά της στο χωριό (Στουγκ-Κερασιά) σήμερα Κρυονέρι. 

Εδώ ξεκουραστήκαμε λίγο, μείναμε ο Λόχος μας στα δύο αυτά χωριά περίπου 5-6 μέρες και ένα πρωινό κατά τις 7 π.μ. όντας σκοπός βλέπω να έρχονται καταπάνω μας όχι μια φάλαγγα, ολόκληρες φάλαγγες στρατιωτών και ζώων, λες και ερχόταν σε γάμο να πάρουν τη νύφη. Είχα αμερικάνικο όπλο και έριξα μερικές τουφεκιές σε απόσταση τουλάχιστον 400μ. και τρέχοντας προς τη διμοιρία μου φώναζα, έρχονται. Δεν πέρασαν μερικά λεπτά και άρχισε το βαρύ πυροβολικό να χτυπάει τις θέσεις μας, και στα πρώτα λεπτά μέσα στο δάσος χτυπήθηκε βαριά στο κεφάλι ένας μαχητής μας από το χωριό Βερδικούσια Χασίων. Πρώτη φορά βλέπω αντάρτη τόσο βαριά τραυματισμένο (πέθανε μια μέρα πριν το πέρασμα στη Νιάλα). Αυτή τη φορά συνταράχτηκα-φοβήθηκα, αλλά δεν είχαμε καιρό για λύπηση, η ζωή μας άρχισε να γίνεται ένα με το θάνατο. Αλήθεια, υποφέρεται η σκέψη με το θάνατο, αυτό που κυρίως από δω και πέρα μου έκανε τη ζωή μου φοβερά δύσκολη ήταν η πείνα, η αφάνταστη σωματική κούραση, η αυπνία.


Η πορεία μας συνεχίζεται μέρα και νύχτα μέσα από πυκνά δάση και χαράδρες μέχρι ένα μεγάλο βουνό πριν το χωριό Βραγγενά, οροσειρά ολόκληρη. Αυτή θα έπρεπε να την περάσουμε μέρα, ήταν απόγευμα, γυμνό εντελώς και η αεροπορία να μας μυδραλιοβολεί συνεχώς. Ολόκληρο το τάγμα διασκορπισμένο, όμως στη σειρά, έβλεπες να ανηφορίζει προς την κορυφογραμμή και η αεροπορία να κάνει βουτιές και να μας μυδραλιοβολεί. Εδώ αφήσαμε και τον τραυματία του Λόχου μας, αφού πέθανε ήδη. Εδώ δεν υπήρχε χρόνος για προφυλάξεις και καθυστερήσεις, σκοπός το γρήγορο πέρασμα της οροσειράς του βουνού και συνάντηση στο χωριό Βραγγενά. Είμαστε κλεισμένοι με πολυάριθμες δυνάμεις του στρατού απ' όλες τις πλευρές, από Καρδίτσα, από Καρπενήσι και από Άρτα. 

Την νύχτα φτάσαμε μέσα στο χωριό όλο το τάγμα. Εμείς μια διμοιρία του Υψηλάντη που ήμουν και εγώ μείναμε μέσα σ' ένα εκκλησάκι, στρωθήκαμε καλά, ανάψαμε φωτιές και ψήναμε πατάτες, το μέγεθός τους τόσο όσο τα μικρά κορόμηλα, ψάξαμε και βρήκαμε εκεί γύρω, ήμασταν νηστικοί από τρεις-τέσσερις μέρες, με συνεχή πορεία μέρα και νύχτα. Εδώ είχαμε και ένα αιφνιδιασμό, από το "στρατό". Εκεί όπως ψήναμε τις πατάτες μέσα στο εκκλησάκι, φωνάζει ο σκοπός ότι είμαστε κυκλωμένοι από το στρατό. Τα όπλα μας και τα οπλοπολυβόλα βρίσκονταν στις γωνιές στο εκκλησάκι. Όλοι μας ασυναίσθητα πήγαμε στις γωνίες να τα πάρουμε, όμως δεν μπορέσαμε και μερικοί όπως και εγώ, για να μην αιχμαλωτιστούν βγήκαμε από την πόρτα χωρίς το όπλο, βγαίνοντας συνειδητοποίησα ότι άφησα το όπλο μου, και γυρίζω πίσω πηδώντας ένα μεγάλο ρέμα και χτύπησα από πέτρα-μυτερή στο δάκτυλό μου. Το σημάδι μένει ακόμα να μου θυμίζει το περιστατικό και όλο αυτό ήταν μια άσκηση αιφνιδιασμού που έληξε σε δύο λεπτά, γι' αυτό μετά κάναμε πολλά σχόλια.

Το βράδυ μόλις νύχτωσε όλα τα τμήματα συγκεντρωθήκαμε στο κέντρο του χωριού, μάλλον στο σχολείο, μας μοίρασαν τρόφιμα, κυρίως κουάκερ, πυρομαχικά και την ίδια νύχτα κινηθήκαμε για τον αυχένα της Νιάλας. Το τι αποφάσισαν οι διοικήσεις μας εμείς οι μαχητές δε γνωρίζαμε, όμως ξέραμε ότι βρισκόμαστε σε άμεσο κίνδυνο να μας κλείσουν το δρόμο διαφυγής μας και αυτός ήταν ο αυχένας της Νιάλας.

Στο σουρούπωμα φτάσαμε στους πρόποδες του βουνού απ' όπου θα αρχίζαμε τη φοβερή ανηφόρα. Εδώ άρχισε να ρίχνει χιονόνερο και καθυστερούσαμε περιμένοντας τη διαταγή για να αρχίσουμε τη σχεδόν κάθετη ανάβαση. Η καθυστέρηση ήταν για μας θάνατος, γιατί βραχήκαμε, κρυώσαμε και όταν μετά από 2 περίπου ώρες ξεκινήσαμε ήμασταν ήδη μούσκεμα. Όλοι μας αναρωτιόμασταν για το λόγο της καθυστέρησης και η απάντηση ήταν ότι ο λόχος μηχανημάτων έκρυβε τα βαριά πολυβόλα και δυο αντιαρματικά που είχαμε. Με το ξεκίνημά μας σουρούπωσε και αρχίσαμε την ανηφόρα. Καμιά φορά κοίταγα προς τα κάτω και έβλεπα φάλαγγα ολόκληρη να σέρνεται αργά αλλά σταθερά, τίποτε ακόμα δεν έδειχνε ότι θα παγώναμε από το κρύο, αυτό άρχισε να διαφαίνεται φτάνοντας στη μέση του υψώματος που το μονοπάτι οδηγούσε στον αυχένα της Νιάλας.

Στο ξεκίνημα συνάντησα και τα δυο εξαδέλφια μου, Κώστα Καραγιάννη του Θωμά και Κώστα Παπακωνσταντίνου βρεγμένοι, μούσκεμα, τους ρώτησα πώς βρέθηκαν εδώ και τι ξέρουν για την καθυστέρησή μας. Τότε μου είπε ο Κώστας Καραγιάννης του Θωμά (πρώην χωροφύλακας) "καλύτερα 40 χρόνια φυλακή παρά που είμαι 40 μέρες αντάρτης".

Ήμασταν πραγματικά πολύ κουρασμένοι, νηστικοί, βρεγμένοι, άυπνοι, και πορεία μέσα σε εκείνα τα αφιλόξενα βουνά, επί 5-6 μέρες. Εμείς τότε δοκιμάζαμε αυτές τις δυσκολίες. Ήταν το πρώτο βάφτισμά μας σε τόσο δύσκολες συνθήκες, γιατί περάσαμε ακριβώς στις πιο κρίσιμες στιγμές της Εαρινής εκστρατείας του Κυβερνητικού στρατού. Πίστευαν ότι μ' αυτή θα τελείωναν με το αντάρτικο. Θα εξόντωναν το Τάγμα Σοφιανού και το Γενικό Αρχηγείο του ΔΣΕ. Ο δικός μας 2ος Λόχος είχε τη μέση διάταξη, πίσω μας ήταν άοπλοι πολίτες και στελέχη που μας ακολουθούσαν και οπισθοφυλακή ο 3ος Λόχος του Ερμή, εμπροσθοφυλακή ο 1ος Λόχος του Φωτεινού και η διοίκηση του Τάγματος με τον Σοφιανό και δύο συνδέσμους.


Λίγο πριν φτάσουμε στον αυχένα ακούγαμε τραγούδια, και άλλα διάφορα, σιγά-σιγά όταν πλησιάζαμε τον αυχένα εκεί σιωπήσαμε όλοι, η ανεμοθύελλα, το κρύο, ο πάγος στα χέρια μας και στο πρόσωπο ήταν φοβερό. Μόνο τα χνότα μας αισθανόμασταν, τα μάτια μας, τα ματοτσίνορά μας κρουστάλιαζαν. Εγώ είχα μια χλαίνη του αδελφού μου από τον ΕΛΑΣ, βαμμένη μαύρη, άρβυλα ακόμα από το χωριό όπου μας έδωσε τότε η Ούνρα. Κουβαλούσα μαζί μου ατομικό όπλο, οπλοπολυβόλο και γυλιό με 500 σφαίρες και το κουάκερ (τρόφιμα).

Ύστερα από υπεράνθρωπες προσπάθειες φτάσαμε στην κορυφογραμμή, μέχρι εδώ ακόμα βρισκόμουν στη σειρά της φάλαγγας. Μπροστά μου είδα έναν αντάρτη άγνωστο ως εκείνη την ώρα που μου είπε μην κοπείς, ακολούθησέ με, χανόμαστε. Τότε κατάλαβα ότι κινδυνεύαμε να παγώσουμε, ενώ μέχρι εκείνη την ώρα και σ' όλη την ανηφόρα νόμιζα, πάλευα με τις δυσκολίες, δεν πίστευα ότι θα παγώσουμε, δεν πίστευα ότι σήμερα παλεύουμε με το θάνατο. Ήταν ψηλός ο μπροστινός μας, έκανε μεγάλες δρασκελιές, φαίνονταν πολύ ψημένος στην πορεία και πως μου ήρθε και τον ρώτησα από που είσαι; Από το χωριό Μπελοκομύτη, άλλο δε ρώτησα. Εγώ δεν ήξερα ότι αυτό το χωριό είναι στην περιοχή της Νιάλας, κοντά στο φράγμα Πλαστήρα.

Για μια στιγμή κοίταξα πίσω μου, δεν είδα τίποτε, είχα κοπεί από τη φάλαγγα και δεν το ήξερα, όμως ακόμα κρατούσα επαφή με τον μπροστινό μου και φτάνοντας στον αυχένα πλέον της Νιάλας βγήκαμε σε γυμνό μέρος, εδώ η ανεμοθύελλα ήταν πολύ μεγάλη, τα μάτια μου κρουστάλιαζαν, συνέχεια με το χέρι μου καθάριζα τα ματοτσίνορα, η χλαίνη μου παγωμένη, σαν λαμαρίνα στεκόταν αλύγιστη, το πρόσωπό μου άρχισε να παγώνει, κρατούσα όμως την επαφή με τον μπροστινό μου, είχα καλό οδηγό, πάντα μου φώναζε μην κοπείς, στο μεταξύ παρουσιάστηκε και καταχνιά με ομίχλη.


Δεν έβλεπα τίποτε αλλά κάπου-κάπου ακολουθούσαμε και για μια στιγμή βλέπω μπροστά μου -δεξιά που μόλις άρχιζαν τα έλατα αντίσκηνα και στρατιώτες όρθιους να με κοιτάζουν, στα κλαριά γερμένα από το χιόνι κρεμασμένα αυτόματα Τόμσον, νόμισα ότι είναι αντάρτες, γιατί στο τάγμα μας είχαμε πολλά τέτοια αυτόματα, από λάφυρα, και οι περισσότεροι στο τάγμα μας είχαν ρουχισμό στρατιωτικό. Χωρίς να φανταστώ τίποτε, φώναξα στον μπροστινό μου, ποιοι είναι αυτοί; Στρατός, ακούω την απάντηση. Ρωτάω, ξανά, γιατί δε μας πυροβολούν; Δεν έλαβα απάντηση. Αυτοί με κοιτάζουν άβουλα, μουδιασμένοι, λες και ήμουν φίλος τους, τρέμανε και έκαναν σημειωτόν από το φοβερό ψύχος. Αλλά ούτε και σε μένα πέρασε από το μυαλό μου να κατεβάσω το όπλο και να αμυνθώ, όπως θα έπρεπε το ένστικτο της αυτοάμυνας να ενεργοποιηθεί, αντίθετα, σαν να μην ήταν ο εχθρός που θα πυροβολούσα.

Έως εδώ ακόμα είμαι φορτωμένος με το ατομικό μου όπλο χιαστί στην πλάτη μου και το οπλοπολυβόλο στον ώμο, και ποτέ δεν πέρασε η ιδέα να το εγκαταλείψω. Δεν πίστευα ότι θα παγώσω. Το ότι παγώνουν οι άνθρωποι από το κρύο και το χιόνι τ' άκουγα από παιδί στα παραμύθια. 


Μόλις περάσαμε τ' αντίσκηνα, άρχισα να γλιστράω σε κάθε μου βήμα, τ' άρβυλά μου ήταν από αυτά της Ούνρα, γλιστρούσαν φοβερά, είχα γίνει εγώ, ο ρουχισμός που είχα, γυλιός, όπλο και οπλοπολυβόλο ένα κομμάτι πάγος, κυριολεκτικά, και πότε έβλεπα τον μπροστινό μου μέσα στην πρωτοφανή ανεμοθύελλα και πότε όχι, δεν έβλεπα στα 5 μέτρα, ούτε μονοπάτι ούτε ντόρο από τον μπροστινό μου. Όμως αυτός κατάλαβε τι μου συμβαίνει και μου φωνάζει, βγάλε τ' άρβυλα και αμέσως το έκανα λες και με διέταξε. Από δω και πέρα βαδίζω ξυπόλυτος και ακούω πάντα ακολούθησέ με, μην κοπείς, σε λίγο άρχισαν να παγώνουν τα πόδια μου, και να αισθάνομαι να παγώνει το μέτωπό μου, τα μάτια μου μισοκλεισμένα από το παγωμένο χιόνι που έφερνε ο ανεμοστρόβιλος στα μάτια μου, το γυλιό μου τον άρπαξε ο αέρας, ο οδηγός μου χάθηκε, βρέθηκα μόνος και σε κάθε 2-3 βήματα έπεφτα κάτω, σηκωνόμουν, βάδιζα μερικά βήματα, έπεφτα και αυτό το πέσε-σήκω με κούραζε μεν αλλά με κρατούσε στη ζωή, δεν πάγωνε άλλο το σώμα μου. 

Πολλές φορές με το γλίστριμα έπεφτα στις χαράδρες, μικρές δεξιά μου που δημιουργούνταν από χιονοστιβάδες, ξανά ανέβαινα στο μονοπάτι, ας πούμε λίγο ίσιωμα, και τελευταία έκανα μια βουτιά σε χαράδρα με μέτρα χιόνι και από αυτή τη στάση με τη βουτιά στη χαράδρα, ξύπνησα μετά από 20 ή 24 ώρες γυμνός όπως με γέννησε η μάνα μου, στα καλύβια της Σάικα, μπροστά σε μια μεγάλη φωτιά, και γύρω μου μόλις ξύπνησα ολόκληρη η διμοιρία μου, όσοι έμειναν, να με κοιτάζουν σαν νεκροαναστημένο, μου έκαναν εντριβή με χιόνι. Ντράπηκα και συμμαζεύτηκα, με κοιτούσαν με ένα ασυνήθιστο βλέμμα, απόρησα και ρώτησα, τι συμβαίνει; Τι έγινε; Που είναι τα ρούχα μου; Ο γυλιός μου με το κουάκερ που είναι; Πεινάω. Την πρώτη κουβέντα που άκουσα μόλις ξύπνησα, ήταν από το Δημήτρη Καραγιάννη, εξάδελφό μου. Τι ρωτάς; Δε ρωτάς γι' αυτούς που έμειναν σαν και σένα εκεί για πάντα; Σάστισα, ρωτάω τι έγινε; Που είναι οι Καραγιάννης Κώστας, Σιακάρας Απόστολος, Παπακωνσταντίνου Κώστας;

Εγώ πεινούσα, και πάλι ρωτάω για το γυλιό μου με το κουάκερ. Στα γρήγορα μου έδωσε από το δικό του και έφαγα, αμέσως συνήλθα, και άρχισα να συνειδητοποιώ την τραγωδία μας. Εγώ δεν είδα παγωμένο αντάρτη ούτε άοπλο πολίτη παγωμένο, και στο διάστημα της πορείας, χάρη στον καλό οδηγό που έλαχε να έχω, δεν έμεινα ακόμα στον αυχένα εκεί που συναντήσαμε τα αντίσκηνα. Δεν είδα παγωμένο άνθρωπο και το ηθικό μου για ζωή ή πάγωμα μέχρι θανάτου δεν αντιμετώπιζα. Πάλευα με την ανεμοθύελλα, όπως κάθε άνθρωπος στις πιο δύσκολες καιρικές συνθήκες, σαν ένας τσοπάνος χαμένος μέσα στο δάσος, με το χειρότερο καιρό. Όμως ξέραμε ότι όχι μακριά μας, μπροστά μας βρίσκονται οι σύνδεσμοι με τον Σοφιανό και χάραζαν την πορεία, αυτό ηθικά με ενθάρρυνε πολύ, αν και αυτός κινδύνεψε, και τον βοήθησε ο σύνδεσμός του (από μαρτυρία του συνδέσμου του). Πάγωσαν τα μουστάκια του και χρειάστηκε τη βοήθειά μου, μου εκμυστηρεύτηκε ένας σύνδεσμός του στο νοσοκομείο της Πολωνίας.

Εδώ στα καλύβια της Σάικα, κατέληξαν όλοι οι αντάρτες, γιατί περνώντας τον αυχένα της Νιάλας μετά από 1,5-2 χιλιόμετρα κατηφόρα πέσαμε στα καλύβια. Μόλις ξημέρωσε και αφού ξεκουράστηκαν όλοι και ζεστάθηκαν, διαπίστωσαν ότι πολλοί έλειπαν και μια ολόκληρη διμοιρία του 3ου Λόχου του Ερμή που ήταν οπισθοφυλακή.

Διαλέχτηκαν άνθρωποι γεροί, και σαν ομάδα διάσωσης ανέβηκαν στο ύψωμα-κορυφογραμμή για διάσωση επιζώντων, ανταρτών, πολιτών, κομματικών στελεχών και εξεύρεση όπλων.


Αυτή η ομάδα στάθηκε σωτήρια και για μένα. Όπως έμαθα αργότερα αυτός που με βρήκε πάνω στη Νιάλα και με φορτώθηκε και με κατέβασε την άλλη μέρα στα καλύβια ήταν ο επιμελητής του λόχου μας ονόματι Γιώργος Κουτουνίδης από τη Νάουσα και πως το φέρνει η τύχη, σκοτώθηκε στον Προφήτη Ηλία του Κάμενικ. Γράμμος 26.8.1949. Εκεί που και εγώ τραυματίστηκα στο ίδιο πολυβολείο. Σύμπτωση!

Όπως μου διηγήθηκε αργότερα, έμαθα ότι βρισκόμουν μέσα σε χαράδρα σκεπασμένος ολόκληρος, αλλά φαινόταν κάτι προς τα επάνω σαν ξύλο, κατέβηκα λέει και είδα ότι το ξύλο ήταν η κάννη του οπλοπολυβόλου, σκαλίζω και βλέπω άνθρωπο, σε γνώρισα και σε πήρα στον ώμο, ήταν όλο κατηφόρα μετά, και σε κατέβασα στα καλύβια. Εγώ όπως μου έλεγε πέρασα όλη τη διαδρομή της Νιάλας, και έπεσα στην κατηφόρα που οδηγούσε προς τα καλύβια. Απ' αυτή την ώρα είμαι χωρίς όπλο, χωρίς χλαίνη, παπούτσια, χωρίς άλλα τρόφιμα, και σωματικά ένας ζωντανός νεκρός. Την άλλη μέρα ο καιρός έφτιαξε, καθαρός ουρανός και ήλιος. Να και τα αεροπλάνα, μάς επισκέπτονται, έκαναν αναγνωρίσεις για τους δικούς τους, που μας έστησαν καρτέρι στη Νιάλα, που και αυτοί είχαν την ίδια τύχη, πάγωσαν πολλοί στρατιώτες παρά τα πολλά εφόδια που διέθεταν. Εκεί συνέβη και αυτή η ιστορία που ο σ. Β. Φυτσιλής αφηγείται με λεπτομέρεια σε βιβλίο του για τη Νιάλα 12.4.1947. Εδώ εγώ θα σταματήσω, διότι τώρα αρχίζει η δική μου ιστορία μετά τη Νιάλα ως αντάρτης του ΔΣΕ και πώς επέζησα.

Πιστεύω ότι επέζησα μια μέρα και μια νύχτα γιατί ήμουν σκεπασμένος ολόκληρος από το χιόνι, δε με φύσαγε ο παγωμένος αέρας, δεν αισθάνθηκα φόβο διότι δε θα πεθάνω από το κρύο. Ίσως σκέψη παράλογη, αλλά αυτή ήταν." 


Ήταν μια συγκλονιστική μαρτυρία 
του μαχητή του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας Χρυσόστομου Μπαζή.

Τρίτη, 10 Απριλίου 2018

Έφυγε ο καπετάν Ερμής...



Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 100 ετών ο παλιός Ευρυτάνας αντάρτης "καπετάν Ερμής" (Βασίλης Πριόβολος) εκ των πρωταγωνιστών της ιστορικής Μάχης της Χρύσως κατά των Ιταλών φασιστών το Δεκέμβρη του 1942 (βλ. αφιέρωμα)

Επ' αφορμή παραθέτουμε ένα σχετικό ποίημα που είχε γράψει -εκείνη την εποχή- ο Δώρης Άνθης...


«Ελάτι του Καρπενησιού, ψηλό ζωγραφιστό
προβάλλει ο καπετάν Ερμής απ΄ την Ευρυτανία
με χάρη και βουνού δροσιά, με μάτι απ’ τον αητό
της ομορφιάς και της βροντής ασύγκριτη αρμονία.

Που το γερό ντουφέκι του στη Χρύσου είχε βροντήξει
σαν λίγοι αντάρτες τσάκισαν το εχθρικό τ’ ασκέρι
κι είχαν ματώσει τα στενά και τα κορμιά είχαν κλείσει
κι ακόμα εκεί μονολογεί χαρούμενο τ’ αγέρι.

Κι η δόλια η Χρύσου αν πνίγηκε στη φλόγα, στον καπνό
ποτέ δε σβεί, δε χάνεται με τέτοια παλληκάρια.
Με τον Ερμή της θα χαρεί και πάντα φωτεινό
θάχει πλεγμένο τ’ όνομα στης δόξας τα κλωνάρια.»




Δευτέρα, 9 Απριλίου 2018

Ευρυτανικά βουνά!



Ματιά μου στρέψε, κύτταξε κι αγνάντεψε τριγύρω
τα Ευρυτανικά βουνά με τα ψηλά ελάτια.
πως στέκονται περήφανα, λεβέντικα, ολόρθα.
Γλυκολαλούνε τα πουλιά. Οι βλάχοι έχουν έλθει
απ' τα πνιχτά τα χειμαδιά. Τα χιόνια έχουν λυώσει.
Πάλι σκορπούν τα γέλια τους στη βρύση οι βλαχοπούλες.
Βουίζουνε οι ρεματιές απ' τα γλυκά κουδούνια.
Λαλούν φλογέρες. Τ' αργαλειού το χτένι πάει και ρχέται.
Βλάχοι, λεβέντες του βουνού, αρχόντοι τσελιγκάδες,
το καλοκαίρι τη ζωή δίνετε στα βουνά μας
που είναι τα καμάρια μας και καλλονές δικές μας.
Όμως ετούτα τα βουνά πόσο μας τυραννούνε
με του χειμώνα τις βροχές, τις παγωνιές, τα χιόνια.
Κακότυχοί μου χωριανοί, πόσες φορές λυγίσαν
τα παγωμένα πόδια σας στη χιονισμένη στράτα.
Ζαλιγκωμένες ορφανές χωριάτισσες και χήρες,
πόσες φορές σκοντάψατε με το βαρύ ζαλίγκι
απ΄ του χιονιού τ' ανέμισμα ψηλά στον Άη Θανάση.
Βουνά δικές μας καλλονές και βάσανα δικά μας.

(στίχοι του Δώρη Άνθη Ευρυτάνα ποιητή και πρωταντάρτη του Άρη - βλ. και εδώ!)


Τετάρτη, 4 Απριλίου 2018

Ένα Πασχαλινό γράμμα...


Ένα διαλεχτό κείμενο από το συμπατριώτη μας Σεραφείμ Τσιουγκρή
Η ξενιτιά είναι σκληρή και το ψωμί της πικρό. Όποιος έζησε έστω και για λίγο σε ξένο τόπο νοιώθει καλύτερα κι εκείνους που πονάνε ξοπίσω ...τη μάνα, τα παιδιά, τ' αδέρφια, τους γέροντες γονείς! Η φτώχεια, το κακοτράχαλο ορεινό έδαφος, μα και οι δύσκολες πολιτικές καταστάσεις, ανάγκασαν πολλούς Ευρυτάνες να μεταναστεύσουν στην Αμερική, στον Καναδά, στην Γερμανία, στην Αυστραλία. Κατάρα ήταν η μετανάστευση και όχι ''ευλογία'' όπως έλεγε ένας ..."μεγάλος'' πολιτικός! Σήμερα πάλι, ύστερα από τόσες δεκαετίες, η ξενιτιά ανοίγει νέες πληγές αλλά ...ας όψονται οι αίτιοι!

Χαρίζω στο blog του φίλου "Ευρυτάνα Ιχνηλάτη" (και ιδιαίτερα στους ξενιτεμένους συμπατριώτες μας) το παρακάτω "θυμητάρι μου" με την ευχή: "Καλή Ανάσταση" (υπό όλες τις έννοιες)!!! 

--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Μέρες Απρίλη, σ' ένα μικρό χωριό της Ευρυτανίας. Μια γυναίκα, νέα στα χρόνια μα με την κούραση να βαραίνει το κορμί της, ετοιμάζει τα δυο της παιδιά για την εκκλησία. Μ. Παρασκευή και η καμπάνα χτυπάει πένθιμα στέλνοντας σε κάθε φτωχόσπιτο μήνυμα προσέλευσης στην ιδιαίτερη λειτουργία της μέρας.

Η νέα γυναίκα ετοίμασε τα παιδιά με ρούχα καθαρά και ζεστά. Μπορεί να ήταν άνοιξη αλλά στα χωριά μας τέτοια εποχή έχει ακόμη ψύχρα. Τους έριξε ένα βλέμμα όλο θαυμασμό απορώντας και η ίδια πόσο γρήγορα είχαν μεγαλώσει ... Πάνω απ' το τζάκι, εκεί που συνήθιζαν να βάζουν διάφορα μικροπράγματα, έστεκε ένα γράμμα. Ένα γράμμα που φανέρωνε ...πόσο βιαστικά ανοίχτηκε! Η λαχτάρα και η προσμονή της νέας γυναίκας, μόλις άκουσε τον ταχυδρόμο με την χαρακτηριστική τσαμπούνα, είχε αφήσει έντονα τα σημάδια στον ταλαιπωρημένο φάκελο. Τότε ... που δεν υπήρχε ίντερνετ, ούτε καν τηλέφωνο και η επικοινωνία ήταν "ακριβή" με μόνη προσμονή κείνο το πολυπόθητο γράμμα που όμως έκανε περισσότερο κι από μήνα να 'ρθει! 

Ένα τέτοιο γράμμα κρατούσε στα χέρια της εκείνη η γυναίκα και ήταν σαν να κρατούσε τον κόσμο όλο! Ένα μήνυμα απ' τον άνδρα της από το μακρινό Καναδά ... 

Το πρώτο που διάβασε η γυναίκα για άλλη μία φορά ήταν εκείνο το ...''είμαι καλά και το ίδιο επιθυμώ και για εσάς''. Κι ύστερα ...σε μερικές μόνο αράδες ο άντρας της περιέγραφε τις δυσκολίες που περνούσε σ' εκείνο το μακρινό τόπο.

Πέρα από τη σκληρή δουλειά, ήταν και η αφόρητη μοναξιά που τον σημάδευε βαθιά μέρα τη μέρα, ώρα την ώρα. Είχαν περάσει κιόλας πέντε χρόνια από τότε που πήρε τον δρόμο της φυγής. Ο πόνος και η θλίψη χρονιάρες μέρες ήταν δύσκολο να περιγραφούν. Του έλειπαν τα παιδιά που τα είχε άφησε με τις πάνες, του έλειπε η ίδια που σήκωνε καθημερινά το δικό της σταυρό για να τα βγάλει πέρα, του έλειπαν οι φίλοι του αν και οι περισσότεροι φευγάτοι ήταν και αυτοί. Του έλειπαν τα βουνά, ο κρύος αέρας που κατέβαινε από το Βελούχι και τον ρουφούσε αχόρταγα κάθε πρωί που ξυπνούσε. Του έλειπαν τα πάντα. Ο πόνος ήταν αβάσταχτος στις γιορτές. Όταν όλοι ή σχεδόν όλοι ήταν με τις οικογένειές τους, αυτός μόνο με κάνα δυο φίλους Έλληνες βρίσκονταν ανήμερα των γιορτών να τα πουν για λίγο και να πιουν ένα ποτήρι κρασί...

Εκείνη από την μεριά της μόνη με τα δυο παιδιά της, τη γιαγιά και τον παππού που μέχρι τα στερνά τους ήταν δίπλα της, προσπαθούσε να κρύψει τη λύπη της τέτοιες μέρες. Δύσκολα πολύ δύσκολα ...

Τελειώνοντας το γράμμα τα μάτια της βούρκωσαν, μα για άλλο λόγο τούτη τη φορά. Ο άντρας της έγραφε ότι φέτος θα έκαναν μαζί Ανάσταση και Πάσχα! Χωρίς να πει σε κανέναν τίποτε κι αφήνοντας το καντήλι πάνω στο τζάκι να σιγοκαίει κι αυτό, άρπαξε με τα δυο της χέρια τα χεράκια των παιδιών της και κίνησε για την εκκλησιά. Η νύχτα στο χωριό, με τα αηδόνια να ανταγωνίζονται το ένα το άλλο σε μελωδίες, τής φάνηκε απόψε τόσο ξεχωριστή. Νύχτα πένθους η αποψινή αλλά στη δική της καρδιά η ...Ανάσταση είχε έρθει λίγο νωρίτερα. Απ' ώρα σε ώρα από στιγμή σε στιγμή θα 'φτανε ο αγαπημένος της. Τα δύο της παιδιά που κάθε μέρα ρωτούσαν για τον πατέρα τους ήταν σίγουρο ότι θα περνούσαν ένα αλησμόνητο Πάσχα. Μακάρι να κατάφερναν να σμίξουν ξανά και  για πάντα πλέον, δίχως το φαρμάκι του αποχωρισμού ...

Από το φίλο συμπατριώτη μας Σεραφείμ Τσιουγκρή  

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2018

"Ας πάψει πια τη μάννα γης αίμα να την ποτίζει..."

Έργο του χαράκτη Α. Τάσσου

Σας παρουσιάζουμε ένα εξαιρετικό και πολύ σπάνιο αντιπολεμικό ποίημα! Το ιχνηλατήσαμε σε ένα παλιό "Ρουμελιώτικο ημερολόγιο" του 1960, από εκείνα που στις κιτρινισμένες σελίδες τους κρύβονται γνωστοί και άγνωστοι θησαυροί! Ιδιοκτήτης-διευθυντής αυτού του εμβληματικού περιοδικού ήταν ο αξέχαστος βραβευμένος συγγραφέας Δημήτρης Σταμέλος από το Μαραθιά Ευρυτανίας. 

Οι στίχοι είναι του Κώστα Καρκατσούλη.

Το προσφέρουμε στους αναγνώστες του blog μας. 

Θέ μου και νάταν μπορετό, τούτη η οργή να πάψει.
Τα φοβερά αστραπόβροντα, το πύρινο χαλάζι,
τα μανιωμένα ερπετά, με τις φλογίσιες γλώσσες,
τα λυσσασμένα τα πουλιά, με τη στριγγιά βοή τους.
Ας πάψει πια τη μάννα γης, αίμα να την ποτίζει.

Θέ μου και νάταν μπορετό να σηκωθώ έναν όρθρο,
να ιδώ ουρανό ασυννέφιαστο, χρυσό να ιδώ τον ήλιο.
Να ιδώ οργωτή να σαλαγάει καματερά σπαθάτα,
ντουφέκι τη βουκέντρα του και για σπαθί το υνί του.
Ν΄ ακούσω λάλημα πουλιών και ρεματιάς κελάρι,
ν' ακούσω παίξιμο παιδιών, τραγούδι βλαχοπούλας
και τη φλογέρα του βοσκού και τότες να πεθάνω.